από τις μεγαλύτερες ηθοποιούς που έχουν περάσει από την ελληνική σκηνή

«Ο πιο μεγάλος μου έρωτας είναι το θέατρο.
Πιστεύω ότι όλα εδώ αρχίζουν κι όλα εδώ τελειώνουν…
Και θέλω να πω, πως και στην Κόλαση ακόμη θεατρίνα θα γινόμουν…»

Κόρη του καθηγητή της Μεγάλης του Γένους Σχολής,
Λέανδρου Αρβανίτη ή Αρβανιτάκη

Η ιδανική αριστοφανική ερμηνεύτρια γεννήθηκε στην Αθήνα το 1914.
Αφού
σπούδασε στη Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου και στο Μουσικό Λύκειο
Αθηνών πιάνο, απαγγελία και μουσική, έκανε την πρώτη της εμφάνιση στη
σκηνή δίπλα στη Μαρίκα Κοτοπούλη το 1935.
Δίπλα στην Κοτοπούλη η Μαίρη Αρώνη έμεινε τέσσερα χρόνια.
Σε
μικρή ηλικία παντρεύτηκε τον ηθοποιό Θεόδωρο Αρώνη (μετά το θάνατο του
πρώτου της συζύγου, παντρεύτηκε τον σκηνοθέτη Κωστή Μιχαηλίδη).

Το 1944 το ζεύγος Αρώνη σχεδιάζει τη δημιουργία θιάσου.
Ο
Θεόδωρος Αρώνης, αν και εξαιρετικός καρατερίστας με μεγάλη εκφραστική
κλίμακα, παραχωρεί το προβάδισμα του ονόματος της Μαίρης στην
προσωνυμία του θιάσου ως πρωταγωνίστριας.
Αναζητώντας παρτενέρ γι’
αυτήν, πηγαίνει και βλέπει το Δημήτρη Χορν στο θέατρο. Όταν επιστρέφει
της λέει: «Γεννήθηκε ένας ηθοποιός».
Έτσι δημιουργείται ο θίασος Αρώνη – Χορν.
Το σχήμα γνωρίζει πάμπολλες επιτυχίες…

Την
επόμενη χρονιά ο δαιμόνιος θεατρικός επιχειρηματίας Θεόδωρος Κρίτας
σχηματίζει θίασο με τη Μαίρη, την εξαδέλφη της Βάσως Μανωλίδου και το
Δ. Χορν.

Ο ίδιος λέει ο Θ. Κρίτας λέει σχετικά: «Τη Μαίρη την
αγαπούσα σαν εξαδέλφη της Βασούλας και τη θαύμαζα σαν ηθοποιό. Όμως,
όταν συνεργάστηκα μαζί της στον ίδιο θίασο, διαπίστωσα και τα μεγάλα
χαρίσματά της. Είχε μεγάλη διάθεση για σκληρή δουλειά και ευχέρεια να
μαθαίνει τους ρόλους. Έπαιρνε το κείμενο το βράδυ και το άλλο πρωί
έφθανε στην πρόβα πανέτοιμη. Έπειτα, η Μαίρη είχε ένα χάρισμα που την
έκανε να ξεχωρίζει στον κόσμο του θεάτρου. Ήταν έντιμη, συνεπής και
δίκαιη».

Το 1946 η Μαίρη Αρώνη εντάσσεται στο δυναμικό του
Εθνικού Θεάτρου και ερμηνεύει σημαντικότατους ρόλους όπως είναι εκείνοι
της Βεατρίκης στο «Πολύ κακό για το τίποτα» του Σαίξπηρ, της
Μιραντολίνας στη «Λοκαντιέρα» του Γκολντόνι και της Άννας Χουάιτ στο
«Άνθρωπος και Υπεράνθρωπος» του Μπέρναρ Σο.

Ολοκληρώνοντας την
πρώτη περίοδο της συνεργασίας της με το Εθνικό Θέατρο, η Μαίρη Αρώνη
εμφανίζεται (1950-51) στην Ελληνική Σκηνή του Δημήτρη Ροντήρη και την
επόμενη χρονιά συγκροτεί και πάλι θίασο με τη Μανωλίδου.

Το 1954
επιστρέφει στο Εθνικό Θέατρο συμμετέχοντας στις διανομές των έργων
«Μαρία Στούαρτ» του Φρ. Σίλερ, «Εκκλησιάζουσες» και «Λυσιστράτη» του
Αριστοφάνη, «Έντα Γκάμπλερ» του Ερ. Ίψεν», «Η θαυμαστή μπαλωματού» του
Φ. Γκαρθία Λόρκα κ.ά.


Με τη Βάσω Μανωλίδου στην παράσταση του έργου του Ευγένιου Ο’ Νιλ,
«Το πένθος ταιριάζει στην Ηλέκτρα»
που ανέβηκε το 1971 από το Εθνικό Θέατρο

Στη
συνέχεια, το 1958 εμφανίζεται πάλι στο ελεύθερο θέατρο, πότε στο πλευρό
του Μάνου Κατράκη («Βασίλισσα Αμαλία» του Γεωργίου Ρούσσου) και πότε
μαζί με τον Ντίνο Ηλιόπουλο («Φωνάζει ο κλέφτης» του Δ. Ψαθά, «Η χρυσή
αράχνη» του Στ. Φωτιάδη, «Η κυρία του κυρίου» των Π. Βασιλειάδη -
Ν.Τσιφόρου). Ακολούθως, συγκρότησε και πάλι δικό της θίασο (1959-60),
συνέπραξε με τον Μίμη Φωτόπουλο, έκανε περιοδείες, ξαναβρέθηκε στο
πλευρό του Μάνου Κατράκη και κατόπιν συμμετείχε στο θίασο της Έλσας
Βεργή, ερμηνεύοντας το ρόλο της κυρίας Έρλιν στο έργο του Όσκαρ Ουάιλντ
«Η βεντάλια της λαίδης Ουίντερμιρ». Αυτή ήταν και η τελευταία της
συμμετοχή σε παραστάσεις του ελευθέρου θεάτρου.

Το 1963
επέστρεψε στο Εθνικό Θέατρο, όπου παρέμεινε μέχρι και το 1982, χρονιά
που σταμάτησε τις εμφανίσεις της στη σκηνή. Στην τρίτη και τελευταία
της συνεργασία με το Εθνικό Θέατρο, η Μαίρη Αρώνη εμφανίστηκε στα έργα
«Νεφέλες» του Αριστοφάνη, «Ορέστεια» του Αισχύλου, «Ιππόλυτος» του
Ευριπίδη, «Τριαντάφυλλο στο στήθος» του Τενεσί Ουίλιαμς, «Το πένθος
ταιριάζει στην Ηλέκτρα» του Ευγένιου Ο’ Νιλ, «Γλάρος» του Άντον Τσέχοφ,
«Η χαρτοπαίχτρα» του Δ. Ψαθά (η τελευταία της εμφάνιση στο θέατρο), κ.ά.

Όσον
αφορά στην παρουσία της στον κινηματογράφο, αυτή υπήρξε περιορισμένη
συγκριτικά με άλλους συναδέλφους της, αλλά ρόλοι όπως αυτοί της
Πασταφλώρας στο «Μια τρελή τρελή οικογένεια» του Ντίνου Δημόπουλου
(1965) και της «συζύγου» του Λάμπρου Κωνσταντάρα στο «Η γυναίκα μου
τρελάθηκε» του Δημήτρη Νικολαΐδη (1966) άφησαν εποχή.

Από το
1982 έως το θάνατό της το 1992, η Μαίρη Αρώνη ασχολήθηκε αποκλειστικά
με το ραδιόφωνο, ενώ για πολλά χρόνια δίδαξε στη Δραματική Σχολή του
Εθνικού Θεάτρου, μένοντας πάντα στη μνήμη όλων ως μια ηθοποιός με
τεράστια ερμηνευτική γκάμα.

Η Μαίρη Αρώνη «έφυγε» στις 16 Ιουλίου του 1992,
όμως έμεινε στη μνήμη όλων ως η ηθοποιός με την τεράστια ερμηνευτική
γκάμα που εκτεινόταν από τον Ψαθά ως τον Αισχύλο και από τα γαλλικά
μπουλβάρ ως τον Ίψεν, τον Σίλλερ, τον Σαίξπηρ.


About these ads