«Είμαστε η πρώτη μεταπολεμική γενιά που θα περάσει χειρότερα οικονομικά
από την προηγούμενή της». Αυτή η φράση είναι σίγουρα βαριά. Δεν είναι ο
καλύτερος τρόπος να αρχίζεις τη μέρα σου ή τη ζωή. «Οι γονείς μας,
ανεξάρτητα από πού ξεκίνησαν, έχουν τώρα κάπως βολευτεί. Δεν ξέρω αν θα
μου συμβεί αυτό ποτέ» λέει μια φίλη. Και τι σημαίνει αυτό για εκείνη;

   «Δημιουργείται ένα κλίμα
άγχους, αν όχι πανικού, που διαρκεί…» λέει κάποιος άλλος. Ναι, διαρκεί,
διαρκεί πολύ. Κανείς δεν μπορεί να δει πότε θα τελειώσει. Πρέπει να
φανταστούμε έτσι τη ζωή μας. Πρέπει να την φτιάξουμε έτσι. «Ακούω
ειδήσεις και σκέφτομαι ότι δεν θέλω να δουλέψω και να κάνω παιδιά σ’
αυτή τη χώρα. Είναι απελπισία. Μιλάνε όλοι για ένα χρέος που εμείς θα
σηκώσουμε» μου είπε μια άλλη συμμαθήτρια. «Προτιμώ να μην ακούω. Θα
ήθελα να τους ζητήσω, αφού είναι να τα σηκώσουμε εμείς, τουλάχιστον να
μην μας απογοητεύουν» απαντά κάποιος. Το κλίμα που δημιουργείται, η ζωή
που προδιαγράφεται δεν εμψυχώνει αυτούς που πάνε στην πρώτη γραμμή. Και
η πρώτη γραμμή χρειάζεται πολύ ιδιαίτερη ψυχολογία. Όταν δεν σκέφτεσαι
το μέλλον, σκέφτεσαι το παρόν. Συνεχίζεις να περπατάς. Κοιτάς λοιπόν
κάτω, αλλά προσέχεις τα βήματά σου.

   «Κατά πόσο είναι κακό; Ίσως
μας οδηγήσει στο να βάλουμε άλλες προτεραιότητες, την υγεία για
παράδειγμα…Ίσως μας κάνει μια γενιά πιο ώριμη απ’ τις προηγούμενες»
λέει μια φίλη. Είναι αλήθεια πως όταν έχεις μπροστά σου ένα μέλλον
αβέβαιο προσέχεις τι ζητάς. Όλο και περισσότερο ακούω τους φίλους μου
να λένε ότι θέλουν απλά να βρουν μια δουλειά, δεν θέλουν να φτιάξουν
περιουσία, αυτό που μετράει είναι «να περνάμε καλά». «Τώρα πια το
σκέφτεσαι πριν αγοράσεις κάτι, σκέφτεσαι αν το χρειάζεσαι. Το ίδιο και
για πιο σημαντικές αποφάσεις» λέει ένας φίλος. Ίσως έτσι να δίνεται μια
απάντηση στον καταναλωτισμό, να μπαίνει το πολυπόθητο μέτρο, αλλά τι
συμβαίνει όταν κανείς αρχίζει να το σκέφτεται διπλά πριν κάνει σχέδια
και πριν ονειρευτεί;

    «Σε καμιά γενιά δεν άνοιξαν
τον δρόμο στα όνειρά της. Τώρα πολύ περισσότερο» σχολιάζει μια φίλη που
δίνει για τη Μουσικολογία. «Το ξέρω καλά πως θα δουλέψω σερβιτόρα, ίσως
και για πάντα. Είναι μια ουτοπία να ζήσω ποτέ από τη μουσική. Αλλά δεν
με νοιάζει» Όπως δεν θέλει κανένα σοφό δάχτυλο να της δείξει ποια είναι
πιο σίγουρη επιλογή έτσι δεν σκοπεύει και να ζητιανέψει από κανέναν
αυτήν την ουτοπία. Θα παλέψουμε για να τα καταφέρουμε, θα κερδίσουμε
μαζί και την ελπίδα, με κάνει να σκεφτώ. «Συμβιβάζεσαι με λιγότερα,
λιγότερα αλλά στο τέλος μένει κάτι για να γίνει αυτό το όνειρό σου»
λέει ένας συμμαθητής.

   «Απ’ τους γονείς μας ναι, θα
περάσουμε πιο δύσκολα. Αυτοί δεν είναι όμως που τα έκαναν έτσι;» γελά
μια συμμαθήτριά μου. Και γελάω και ‘γω μαζί της. Σκέφτομαι την ταινία “Hairspray” που είδα πέρυσι με την μητέρα μου, η οποία άνοιγε με το τραγούδι “Good morning, Baltimore”.
Μου είχε πει τότε: «Η εποχή του ’50 και του ’60 είχε τέτοια
αισιοδοξία…Ήταν μια αθώα και αφελής εποχή αλλά είχε τεράστια ελπίδα
για το μέλλον» Και μια εποχή που έκανε τεράστια λάθη μέσα στην αφέλειά
της.

   Μπορεί άραγε η γενιά μου,
που πρέπει να παλέψει, πιο πολύ απ’ ότι για τη ζωή της, για την ίδια
την ελπίδα της, να γίνει έστω πιο σοφή; Μπορεί, αν πρέπει να κάνει
όνειρό της το ελάχιστο, να ελπίζει τουλάχιστον να κάνει λιγότερα λάθη;

Ιωάννα Μπαρτσίδη
 


Γιώργος Ιακωβίδης, Τα πρώτα βήματα
(1893)