Δεν υπάρχει πια ανισότητα των δύο φύλων. Δεν υπάρχει καταπίεση
των γυναικών. Δεν υπάρχουν διακρίσεις. Τίποτα απ’ αυτά δεν υπάρχει. Η
εποχή των γιαγιάδων μας έχει περάσει ανεπιστρεπτί, η μαμάδες μας
κέρδισαν για μας τον κόσμο όπως είναι σήμερα. Τα κορίτσια δεν φοράνε
ποδιά, ο μπαμπάς βάζει σκούπα, οι άντρες κάνουν κι αυτοί στριπτίζ.
Είμαστε ελεύθερες. Φεμινίστριες δεν είμαστε γιατί είναι υπερβολή. Δεν
υπάρχει στο κάτω-κάτω κάτι άλλο να διεκδικήσουμε.


     Κι όμως υπάρχει ένα
κατάστημα με εσώρουχα στο κέντρο της Θεσσαλονίκης που έβαλε μια ζωντανή
κοπέλα στη βιτρίνα του για να διαφημίσει τα προϊόντα του. Όταν μου
πρότεινε μια φίλη να την συνοδεύσω της είπα ότι έχω ορκιστεί να μην μπω
ποτέ εκεί μέσα. Εκείνη μου απάντησε ότι δεν πειράζει να αγοράζεις καμιά
φορά ακριβά εσώρουχα όταν είσαι «συνειδητοποιημένη».

    Κι όμως η ίδια, καθώς και
πολλοί άλλοι συνειδητοποιημένοι συνομήλικοι μου, αρνούνται να δώσουν
έστω και ένα ευρώ στην αλυσίδα καταστημάτων Starbucks επειδή λέγεται
ότι χρηματοδοτούσε τον πόλεμο στο Ιράκ. Όντας γυναίκα, νιώθει
αλληλεγγύη για τους Ιρακινούς, όχι όμως για μια κοπέλα που πληρώθηκε
για να μείνει οχτώ ώρες ημίγυμνη σε μια βιτρίνα. Δεν νιώθει υποτιμημένη
από αυτήν την εμπορευματοποίηση του γυναικείου σώματος. Δεν την
αισθάνεται καθόλου. Είναι πιο ανεπαίσθητη, δεν πρόκειται για ανθρώπους
που ζουν και σκοτώνονται κάπου μακριά αλλά για κάτι που εμείς οι ίδιες
είμαστε.

    Το «δεν πειράζει» μια
κουβέντα είναι. Μια κουβέντα που πειράζει πολύ. Δεν πειράζουν τα ακριβά
εσώρουχα, αυτό που πειράζει είναι να φοράς τα εσώρουχα «της γιαγιάς
σου». Δεν πειράζει να μην βλέπεις στον πίνακα, αυτό που πειράζει είναι
να φοράς γυαλιά. Δεν πειράζει να μιλάς σαν μωρό για να δείχνεις πιο
γλυκιά, αυτό που πειράζει είναι να μιλάς για δύσκολα θέματα και να
μοιάζεις ξενέρωτη. Μήπως κιόλας δεν πειράζει να μην τρως για μέρες για
να είσαι αδύνατη; Μήπως δεν πειράζει να είσαι μόλις δεκαεφτά χρονών και
να έχει σηκώσει πάνω σου το χέρι του ο φίλος σου; Μήπως δεν πειράζει να
σε απατά γιατί, σύμφωνα με την αναλογία ανδρών και γυναικών στην
Ελλάδα, του αναλογούν περίπου 1,2 γυναίκες;

       «Το 1960 οι γυναίκες
πέταξαν τα σουτιέν τους ζητώντας να είναι ελεύθερες» είπα σε μια φίλη
μου. «Τώρα έχουμε 2010 ίσως; » απάντησε ειρωνικά. Σίγουρα έχουμε 2010.
Αλλά δεν ξέρω κατά πόσο έχουμε προχωρήσει πενήντα χρόνια μπροστά.
Περάσαμε από τον κορσέ στο γυμνό στήθος κι από εκεί στην διπλή
ενίσχυση. Είμαστε δεκαεφτά χρονών και κρύβουμε «τις ατέλειες»,
ενισχύουμε εκεί που υστερούμε, στρογγυλεύουμε ό,τι είναι πάνω μας
αιχμηρό.

      Μισούμε το σώμα μας και
το βελτιώνουμε συνεχώς. Σε κανέναν δεν αρέσουμε έτσι όπως είμαστε γιατί
και σε μας τις ίδιες δεν αρέσει ο εαυτός μας χωρίς σουτιέν. Κάθε μέρα,
πολλές από εμάς οδηγούνται στην νευρική ανορεξία, στην κατάθλιψη,
γίνονται θύματα καταναλωτικής μανίας, κι ακόμα, τυπώνονται γυμνές σε
αφίσες πολιτικών οργανώσεων, γίνονται βιτρίνες, παρενοχλούνται
σεξουαλικά, υποτιμούνται και εκμηδενίζονται. Αλλά θα μας πάρει πολύ
καιρό να νιώσουμε αλληλεγγύη, θα μας πάρει πολύ καιρό να δούμε τις
άλλες όταν μισούμε τον εαυτό μας.

     Η γιαγιά μου δεν ήταν
φεμινίστρια. Αλλά προτιμώ να φοράω τα «εσώρουχά της», όπως μου είπε
κάποια, παρά αυτά μιας γυναίκας που γίνεται κούκλα βιτρίνας. Προτιμώ να
φοράω τα εσώρουχα μιας γυναίκας που καταπιέζεται από τα έξω και έχει
συνείδηση του υποβιβασμού της παρά μιας γυναίκας που χωρίς να
αμφισβητεί την «ισότητα» του κόσμου στον οποίο ζει νιώθει βαθιά μέσα
της κενά που δύσκολα γεμίζουν με ενίσχυση. Κάτω απ’ τα ρούχα, κάτω απ’
τα εσώρουχα, δεν είναι ούτε ελεύθερη ούτε ωραία. Ελευθερία, από το
ελεύσομαι, είναι αυτή που θα έρθει, που πάντα θα έρχεται, και για να
την έχεις πρέπει να την κυνηγάς. Πρέπει να πιστεύεις πως την αξίζεις.