10:14 – Κυρ 25/04/2010, t

Ποιά άλλη χρονιά της ελληνικής ιστορίας μας θυμίζει άραγε το 2010; Δεν μοιάζει να είναι ένα απλό 1893 όταν, στον απόηχο της ευρωπαϊκής κρίσης, ο τότε στρατάρχης των ‘εκσυγχρονιστών’ Τρικούπης μουρμούριζε κατηφής «Δυστυχώς, επτωχεύσαμεν». Τότε η αλλαγή οικονομικού μοντέλου έμενε αναγκαστικά εκτός συζήτησης.

Δεν μοιάζει ούτε με το 1932, που παραδειγματικά ανέταμε ο Μαρκ Μαζάουερ (Mark Mazower, Η Ελλάδα και η οικονοµική κρίση του Μεσοπολέµου, ΜΙΕΤ 2002). Ο Βενιζέλος, ο επόμενος ιεροφάντης του λεγόμενου ‘αστικού εκσυγχρονισμού’, έχοντας χάσει τη Μάχη της Δραχμής, έφραξε τότε απρόθυμα την κίνηση των κεφαλαίων και διέκοψε την εξυπηρέτηση του δημόσιου χρέους.

Διαψεύδοντας τους φιλελεύθερους οικονομολόγους η ελληνική οικονομία ανέκαμψε γοργά, αλλά τα αλλεπάλληλα αυτογκόλ του Βενιζέλου χαντάκωσαν το δημοκρατικό πείραμα και ωφελημένη βγήκε η άκρα δεξιά. Η ίδια σήμερα, θρεμένη από την κατάφωρη πλέον αντινομία μεταξύ καπιταλισμού και δημοκρατίας, ξαναδυναμώνει σ’ Ελλάδα κι Ευρώπη, αλλά δεν έχει πουθενά τη δυναμική των καιρών του Χίτλερ και του Μουσσολίνι.

Η χρονιά που διανύουμε από κάποιες απόψεις θυμίζει το 1922. Όχι βέβαια στους αριθμούς των νεκρών ή στον ανθρώπινο πόνο, που ήταν τότε ασύγκριτα μεγαλύτερος, ούτε όσον αφορά τη μορφή της καταστροφής, στρατιωτική τότε και οικονομική τώρα. Αλλά αυτές είναι οι δυο χρονιές καμπής της εθνικής ιδεολογίας, όπου συλλογικά όνειρα απογυμνώνονται και καταρρέουν για ν’ ανοίξουν τόπο σε κάτι καινούριο και άγνωστο.

Η ‘ισχυρή ευρωπαϊκή Ελλάδα’ πήρε κιόλας το δρόμο της ‘Ελλάδος των δυο ηπείρων και των πέντε θαλασσών’, όσο και αν πασχίζει η πολιτική ηγεσία να μας πείσει για το αντίθετο. Δεν πήραμε καμιά σύντομη παράκαμψη της λεωφόρου της προόδου· σήμερα διαπιστώνουμε, χαμένοι στην ομίχλη, πως λίγο μετά τα διόδια οι εργολάβοι άφησαν ατελείωτη την πολυδιαφημισμένη εθνική οδό, και μπροστά μας ανοίγονται άδηλης έκβασης ατραποί και χωματόδρομοι.

Το 1922 είχε μπει με τους καλύτερους οιωνούς. Η Ελλάδα ανήκε στους νικητές του μεγαλύτερου πολέμου που είχε γνωρίσει η ανθρωπότητα, όλοι οι γείτονες κείτονταν καταγής ηττημένοι, και η Μεγάλη Ιδέα έμοιαζε εξασφαλισμένη. Ο μεγαλύτερος στρατός που είχε φτιάξει ποτέ η χώρα, με δανεικά βεβαίως, οπλισμένος ως τα δόντια από τους Δυτικούς συμμάχους σφυροκοπούσε την κεμαλική ανταρσία στα βάθη της Μικρασίας. Φυσικά οι θυσίες γι’ αυτό τον εθνικό άθλο μοιράζονταν ιδιαίτερα άδικα. Ο λαός, ταλαιπωρημένος από δέκα χρόνια πολέμων, πεινούσε και φοβόταν, αλλά τα αστικά στρώματα απολάμβαναν πρωτόγνωρη ευημερία και η αισιοδοξία τους ήταν ασυγκράτητη.

Ακόμη και η σκέψη συμβιβασμού με τον εθνικό εχθρό σήμαινε εθνική προδοσία, ενώ ο δημόσιος διάλογος δεν χωρούσε πλέον όσους ευαγγελίζονταν καθεστωτικές αλλαγές ούτε τις Κασσάνδρες που προφήτευαν σύντομη λήξη της ευωχίας. Μερικοί κομμουνιστές και δημοκρατικοί ρίχνονταν για παραδειγματισμό στα μπουντρούμια, αλλά το κοινοβούλιο λειτουργούσε εύρυθμα. Η κυβέρνηση είχε πρόσφατα εκλεγεί με αντίθετο πρόγραμμα, όλο υποσχέσεις ότι θα τερμάτιζε την εκστρατεία, αλλά συνειδητοποιώντας εγκαίρως την εθνική κρισιμότητα των περιστάσεων είχε λογικευτεί.

Σήμερα ξέρουμε τη συνέχεια. Η αλληλεγγύη των συμμάχων αποδείχθηκε μικρότερη εκείνης που φανταζόταν το πλέγμα εξουσίας, και πολύ μικρότερη εκείνης που διαφήμιζε. Ο Βενιζέλος είχε τυχοδιωκτικά ξεκινήσει, και οι αντίπαλοί του ακόμη πιο ανεύθυνα συνεχίσει, μια εκστρατεία αν όχι προδιαγεγραμμένης αποτυχίας, πάντως σίγουρα εξαρτημένη από κάθε λογής αστάθμητους παράγοντες, όπως είναι και σήμερα η ένταξή μας στο ευρώ. Αλλά τα δυο κυβερνητικά στρατόπεδα έκφραζαν τους ισχυρούς και συμφωνούσαν να ρίξουν το κόστος της ήττας στους αδύνατους. Οι αστοί κήρυκες της Μεγάλης Ιδέας ωφελήθηκαν περισσότερο από τη διεξαγωγή του πολέμου και πλήγηκαν λιγότερο από την Καταστροφή, μ’ εξαίρεση βέβαια όσους βρέθηκαν στο δρόμο του Κεμάλ. Νέες θυσίες ζητήθηκαν από τους ταπεινούς και ανεύθυνους. Καθώς τα θύματα της εθνικής εξόρμησης έρχονταν πρόσφυγες, με τα φτηνά τους μεροκάματα άνοιξαν έναν νέο κύκλο βιομηχανικής ανάπτυξης και κεφαλαιικής συσσώρευσης. Όπως οι τωρινοί μας μετανάστες.

Ένας κοινωνικός συμβιβασμός ήταν ωστόσο αναγκαίος. Για να σωθεί το καθεστώς έγιναν μεταρρυθμίσεις, με δηλωμένο στόχο ν’ αποτραπεί η εξέγερση των φτωχών. Οι ελάχιστες δυνατές, μελετημένες έτσι ώστε να διασπαστούν οι αμφισβητίες. Μετά την Καταστροφή μοιράστηκε γη στους αγρότες· την επαύριο της οικονομικής κρίσης οι κοινωνικές ασφαλίσεις κατεύνασαν τους εργάτες. Το καθεστώς περιθωριοποίησε την αριστερά όχι μόνο με την καταστολή, αλλά κι εφαρμόζοντας αποσπασματικά ιδέες κι αιτήματά της. Ό,τι κινδυνεύουμε δηλαδή να δούμε και σήμερα με την αναδιαπραγμάτευση του δημόσιου χρέους, αν η αριστερά δεν τήν κάνει έγκαιρα και αποφασιστικά οργανικό στοιχείο ενός εξισωτικού προγράμματος.

Αυτό που δεν ξαναζωντάνεψε μετά το 1922 ήταν η Μεγάλη Ιδέα. Στον Μεσοπόλεμο δεν επικράτησε κανένα νέο ιδεολογικό σχήμα, και χρειάστηκε η τραγική δεκαετία του 1940 για να στοιχηθούν οι αστοί πίσω από την ακροδεξιών χαρακτηριστικών εθνικοφροσύνη. Το ξεφούσκωμά της το 1974 έφερε στο προσκήνιο το νέο, κεντριστικό θα λέγαμε, όραμα, με βασικές του υποσχέσεις την ευημερία και τον πολιτικό εκδημοκρατισμό στο πλαίσιο της ευρωπαϊκής ενοποίησης. Έστω και με επίταση της ανισότητας και της κοινωνικής πόλωσης. Κορωνίδα του, η συμμετοχή στη νομισματική ένωση, την οποία οι κυβερνητικές παρατάξεις προπαγάνδισαν μέχρι ναυτίας. Την κατάληξή του την βλέπουμε σήμερα.

Το πολιτικό προσωπικό δεν έχει ακόμη νιώσει ότι η ηρωίνη των τελευταίων τριάντα πέντε χρόνων τελείωσε, και μεθαδόνη δεν πρόκειται σύντομα να βρει. Κάποιοι εκδηλώνουν ήδη σύνδρομο στέρησης· να δίνει σήμερα εντολές σταθεροποίησης ο κ. Πάγκαλος είναι σαν να διέταζε ο Δημήτριος Γούναρης ενώ καιγόταν η Σμύρνη να ξαναπάρουμε την Κόκκινη Μηλιά.

Μπαίνουμε, όπως και το 1922, σε καιρούς οξυμένων κοινωνικών ανταγωνισμών που τείνουν να κρυσταλωθούν σε συνολικά οράματα. Ο νεοφιλελευθερισμός έχει ένα τέτοιο έτοιμο, με έντονα φονταμενταλιστικά χαρακτηριστικά, που ξεθωριάζει όμως καθημερινά· η αριστερά φτιάχνει τώρα το δικό της, ψηλαφητά, μέσα από δοκιμές και λάθη, με εισφορές από πολιτικούς και κοινωνικούς χώρους που ως χτες έμεναν χώρια. Στο εξής δεν θα πείθει αν αρκείται να προτείνει πολιτισμένα βελτιωτικές διεκδικήσεις. Θέλει μαζική κινητοποίηση, που να εκφράζει τα νέα πολιτικά πάθη, και συνάμα στέρεες διαχειριστικές προτάσεις, αρθρωμένες με μια ρεαλιστική αποτίμηση των μεσοπρόθεσμων προοπτικών του συστήματος. Τις οποίες πρέπει επομένως να συζητήσει διεξοδικά.

Ποιές κοινωνικές και ποιές διεθνείς συμμαχίες δίνουν σήμερα ελπίδες ανατροπής; Γίνεται πράγματι ο νεοφιλελευθερισμός να ενώσει την Ευρώπη; Πόσο αντέχει ακόμη, και τι θέλουμε να τον διαδεχτεί; Με ποιούς όρους αξίζει να μείνουμε στο ευρώ, αν αυτό συνεχίσει να υπάρχει; Τι κάνουμε με την κρίση; Πρέπει στ’ αλήθεια να πληρώσουμε το δημόσιο χρέος που μας φορτώθηκε κρυφά και παράνομα; Μπορούμε; Κάποιες από αυτές τις κουβέντες άνοιξαν στη χώρα μας από παλιά, άλλες πιο πρόσφατα. Η μάχη που έχει ήδη ξεκινήσει δεν θα είναι μόνο μάχη ιδεών, αλλά δεν την κερδίζει η αριστερά αν δεν επεξεργαστεί έγκαιρα ιδέες γοητευτικές και λυσιτελείς. Ακριβώς αυτό κάνει από καιρό η βάση στον χώρο της καθημερινότητας· τώρα τα στελέχη οφείλουν να πράξουν ανάλογα στο πεδίο της πολιτικής στρατηγικής.