Ένα πελώριο, ταχύτατα κινούμενο υποθαλάσσιο ρεύμα ανακάλυψαν κοντά
στην Ανταρκτική Αυστραλοί και Ιάπωνες επιστήμονες. Εκτιμούν ότι η
μελέτη του ρεύματος αυτού, το οποίο μεταφέρει όγκο νερού 40 φορές
μεγαλύτερο αυτού του Αμαζονίου, θα συνδράμει ουσιαστικά στις
προσπάθειες κατανόησης των επιπτώσεων της κλιματικής αλλαγής στους
ωκεανούς του πλανήτη.

Οι επιστήμονες υποστηρίζουν ότι αποτελεί σημαντικό κομμάτι στο γρίφο
της παγκόσμιας κίνησης των υδάτων των ωκεανών, η οποία και συμβάλλει
στον έλεγχο του κλίματος της Γης. Έως τώρα υποψιάζονταν την ύπαρξη του,
αλλά δεν είχαν καταφέρει ποτέ να το εντοπίσουν.

Αφού, όμως, τοποθέτησαν όργανα μέτρησης σε διάφορα σημεία του βυθού,
σε βάθος μέχρι 4,5 χλμ, οι επιστήμονες κατάφεραν, επί δύο χρόνια, να
μετρήσουν την ταχύτητα, την θερμοκρασία και την αλμυρότητα του
ρεύματος. Τα νέα αυτά στοιχεία υποδεικνύουν ότι πρόκειται όντως για το
ταχύτερο βαθύ ωκεάνιο ρεύμα που έχει ποτέ βρεθεί, με μέση ταχύτητα 20
εκατοστών το δευτερόλεπτο, που μερικές φορές ξεπερνά τα 700 μέτρα την
ώρα. Έχει μέσο πλάτος 50 χιλιομέτρων και μεταφέρει πάνω από 12 εκατ.
(μερικές φορές μέχρι 30 εκατ.) κυβικά μέτρα ανά δευτερόλεπτο του πολύ
κρύου και αλμυρού νερού που προέρχεται από την Ανταρκτική και κινείται
βόρεια από αυτήν, προς την Αυστραλία και την Ιαπωνία.

Όσον αφορά τη σημασία της ανακάλυψης αυτής στη μελέτη της κλιματικής
αλλαγής, σημειώνεται ότι η ύπαρξη μεγάλων ρευμάτων είναι κρίσιμη για τη
ρύθμιση του παγκόσμιου κλίματος. Το Ρεύμα του Κόλπου, λόγου χάρη,
μεταφέρει θερμό νερό στο βόρειο Ατλαντικό, κάνοντας πιο ήπιο το κλίμα
της Ευρώπης. Τυχόν μεταβολή ή εξαφάνιση του ρεύματος αυτού (κάτι που
έχει συμβεί στο μακρινό παρελθόν και, σύμφωνα με νέες εκτιμήσεις,
προκάλεσε μεγάλη πτώση της θερμοκρασίας στη Γη και μπορεί επίσης να
εγκαινίασε μια αργή διαδικασία μαζικής εξαφάνισης των δεινοσαύρων), θα
βύθιζε μεγάλο μέρος της Ευρώπης σε μια νέα εποχή παγετώνων.

Καθώς, συνεπώς, οι επιστήμονες εκτιμούν ότι το ρεύμα αυτό ανήκει σε
ένα πολύ μεγαλύτερο δίκτυο ρευμάτων, που καλύπτει τους ωκεανούς της
Γης, μελετώντας το ρεύμα αυτό έχουν τη δυνατότητα να κατανοήσουν τη
λειτουργία αυτή των ρευμάτων των ωκεανών ως «θερμοστάτες» του κλίματος
του πλανήτη.

Οι ωκεανοί, επιπλέον, αποτελούν σημαντικούς χώρους αποθήκευσης
διοξειδίου του άνθρακα, του κυριότερου "αερίου του θερμοκηπίου", το
οποίο εκλύεται τόσο από ανθρώπινες δραστηριότητες, όσο και από καθαρά
φυσικές-βιολογικές διαδικασίες. Η μελέτη, δηλαδή, των διαφόρων
φαινομένων των ωκεανών δύναται να δώσει απαντήσεις και λύσεις και στο
θέμα της διαχείρισης των ολοένα αυξανόμενων εκπομπών του αερίου αυτού.

Η σχετική μελέτη πραγματοποιήθηκε υπό τον ωκεανογράφο Στιβ Ριντούλ
του αυστραλιανού Κέντρου Ερευνών για το Κλίμα και το Οικοσύστημα της
Ανταρκτικής και τον ωκεανογράφο Γιασούσι Φουκαμάτσι του ιαπωνικού
πανεπιστημίου Χοκάϊντο και δημοσιεύτηκε στο περιοδικό "Nature
Geoscience".