Saturday, May 1, 2010

Στα σκουπίδια της ιστορίας! (30/4/2010)


Πώς γράφεται η Ιστορία; Και από ποιους; Το αγαπημένο ρητό των ισχυρών
της γης (και των υποτελών τους) είναι πως η Ιστορία γράφεται από τους
νικητές. Άρα, είναι μάλλον απίθανο να γράψουμε ιστορία ως κοινωνία,
υποτασσόμενοι στο σενάριο ήττας και συνθηκολόγησης βάσει του οποίου
πορεύεται η κυβέρνηση. Το πιθανότερο είναι ότι οι ιστορικοί του
μέλλοντος δεν θα έχουν τη χαρά έστω και της ονομαστικής αναφοράς της
Ελλάδας ανάμεσα στις περίπου 170 που είχαν την ευτυχία να δεχθούν τη
«σωτηρία» του ΔΝΤ. Εκτός κι αν η «σωτηρία» της Ελλάδας δεθεί με κάτι
πιο ισχυρό, όπως για παράδειγμα η κατάρρευση της Ευρωζώνης ή η διάλυση
της Ε.Ε. Και πάλι, είναι μάλλον απίθανο να μας απονεμηθεί κάποιος
πρωταγωνιστικός ρόλος σ’ αυτόν τον γεωπολιτικό Αρμαγεδδώνα. Αν οι
ιστορικοί του μέλλοντος κάνουν τη δουλειά τους σωστά, θα αναγνωρίσουν
ότι η Ελλάδα ήταν απλώς το υπομόχλιο σ’ αυτό το παγκόσμιο σκάκι
απληστίας, ιμπεριαλιστικού κυνισμού και αποικιοκρατικής αλαζονείας.
Στην καλύτερη περίπτωση, θα την περιλάβουν στα ιστορικά ανέκδοτα.

Η
αλήθεια είναι ότι η ηγεσία της χώρας -όλη η ηγεσία, η πολιτική, η
οικονομική, η επιχειρηματική, η πνευματική- είχε πολλές ευκαιρίες να
γράψει ιστορία τις τελευταίες δεκαετίες. Αν, για παράδειγμα, επεδείκνυε
μια στοιχειώδη αντίσταση στα «ρεύματα» που αντιλαμβανόταν ως «καλέσματα
της ιστορίας». Αν το καραμανλικό «ανήκομεν εις την Δύσιν» δεν
μεταφραζόταν σε μία άνευ όρων υποταγή στα ιμπεριαλιστικά κέντρα της
ψυχροπολεμικής περιόδου. Αν το παπανδρεϊκό «η Ελλάδα στους Έλληνες»
συνοδευόταν από πολλά και επίμονα «όχι» στις αναιδείς απαιτήσεις των
ευρωατλαντικών εταίρων. Αν το διακομματικό ευρωπαϊκό όραμα δεν
ταυτιζόταν με μια πολιτική ανοικτών θυρών. Αν η ένταξη στο ευρώ δεν
συνοδευόταν από το προκλητικό ζεύγος δημοσιονομικής απάτης και
υποτίμησης της δραχμής (από την οποία φτιάχτηκαν περιουσίες). Αν ο
αναπτυξιακός πρωταθλητισμός δεν στηριζόταν στην αλόγιστη πιστωτική
επέκταση και στην κατασκευή του τραπεζικού Λεβιάθαν. Αν το πολιτικό
προσωπικό δεν υιοθετούσε ασμένως κάθε νεοφιλελεύθερη απάτη και
αυταπάτη. Αν ο ελληνικός «λαϊκός καπιταλισμός» δεν εξελισσόταν στη
μεγαλύτερη λεηλασία λαϊκού εισοδήματος μέσω Χρηματιστηρίου. Αν η
καπιταλιστική παγκοσμιοποίηση δεν μεταφραζόταν στο «ανοίξαμε και σας
περιμένουμε». Αν η εξυγίανση του πελατειακού κράτους δεν αποτελούσε
άλλοθι για το ξεπούλημα του εθνικού πλούτου. Αν τα αναπτυξιακά κίνητρα
δεν είχαν γίνει ανύπαρκτες, άσκοπες ή αποτυχημένες επενδύσεις. Αν είχε
λεχθεί ένα γενναίο «όχι» στο φαραωνικό ολυμπιακό έπος, που πρόσθεσε 20
δισ. χρέους στη χώρα. Αν είχε τεθεί φραγμός στη λεηλασία της περιουσίας
των ασφαλιστικών ταμείων από κράτος και ιδιώτες. Αν είχε μπει
πραγματικά τέλος στη διαπλοκή και στους νταβατζήδες. Αν οι
υπερτιμολογήσεις και υπερκοστολογήσεις των δημοσίων έργων και
προμηθευτών δεν είχαν στεγνώσει τα δημόσια ταμεία. Αν είχαν καθίσει στο
εδώλιο όλοι οι πολιτικά, οικονομικά και ποινικά εμπλεκόμενοι στα
σκάνδαλα των ομολόγων, της Siemens, του Βατοπεδίου. Αν το κράτος δεν
είχε γίνει παράρτημα των κομμάτων εξουσίας και τα κόμματα δεν είχαν
κρατικοποιηθεί σε βαθμό παραλυτικής ώσμωσης. Αν η επιχειρηματικότητα
δεν είχε ταυτιστεί με τη ρεμούλα, τη φοροδιαφυγή, την εισφοροδιαφυγή
και την εξουθένωση των μισθωτών. Αν υπήρχε ένα ελάχιστο όραμα της
άρχουσας τάξης για τη διεθνή θέση της χώρας, χωρίς τον γραφικό
βαλκανικό μικροϊμπεριαλισμό της και την ταπεινωτική εθελοδουλεία της
στους συνήθεις ευρωατλαντικούς πάτρωνές της. Αν υπήρχε ένα στοιχειώδες
σχέδιο για τον παραγωγικό της προσανατολισμό και τη θέση της στον
διεθνή καταμερισμό εργασίας. Αν δεν θυσιαζόταν το κοινωνικό κράτος στην
επίπλαστη ευημερία της περιούσιας μεσαίας τάξης. Αν το μόνο σχέδιο της
εγχώριας πολιτικής και επιχειρηματικής τάξης δεν ήταν η άνευ όρων
παράδοση στις ανεξέλεγκτες δυνάμεις της αγοράς.

Όλα αυτά τα
«αν» κι άλλα τόσα απαντούν στα ηθικολογικά ερωτήματα που εκτονώνουν τον
λαϊκό θυμό μπροστά στην απειλή χρεοκοπίας της χώρας. Πρώτον, γιατί
θυμίζουν ότι δεν υπάρχει κανενός είδους συλλογική ενοχή στο έγκλημα που
πραγματοποιήθηκε και πραγματοποιείται εις βάρος της ελληνικής
κοινωνίας. Και, δεύτερον, γιατί αν πράγματι εννοείται το ερώτημα
«επιτέλους, θα πάει κάποιος φυλακή;», τότε φοβούμαι ότι οι φυλακές της
χώρας δεν φτάνουν για να αποκατασταθεί το περί δικαίου λαϊκό αίσθημα.

Η
πολιτική τάξη που κυβέρνησε τη χώρα από το 1974 είναι συγκεκριμένη.
Έχει ονόματα και επίθετα – ανάμεσά τους κι αυτά που σήμερα εμφανίζονται
ως μετά Χριστόν προφήτες και προτείνουν παιδαγωγικές θεραπείες-σοκ,
υπεράνω πολιτικού κόστους, λες και δεν πέρασαν από υπουργικούς θώκους ή
κυβέρνησαν σε μια άλλη χώρα. Επίσης, συγκεκριμένη είναι η κρατική και
τεχνοκρατική γραφειοκρατία που πλαισίωσε τις κυβερνήσεις-συνενόχους των
διαδοχικών εγκλημάτων – τα ίδια και τα ίδια πρόσωπα, σε μια βαρετή
ανακύκλωση ρόλων και με συνεχείς (αλλά προσοδοφόρες) ιδεολογικές
πιρουέτες μεταξύ σοσιαλδημοκρατίας και νεοφιλελευθερισμού. Και, τέλος,
συγκεκριμένο και ευάριθμο είναι το ελληνικό star system της
επιχειρηματικότητας που, ακόμη κι όταν της χαρίστηκαν κοψοχρονιά φιλέτα
του εθνικού πλούτου, αφού τα απομύζησε τα μετέτρεψε σε προβληματικές.
Αν όλοι αυτοί κάτσουν στο εδώλιο, οι φυλακές θα φρακάρουν, ενδεχομένως
να κάνουμε και εξαγωγή κρατουμένων. Κι αν επεκτείνουμε την απονομή
δικαιοσύνης στις πρωτογενείς πηγές του εγκλήματος (στα χρηματοπιστωτικά
ιδρύματα της Νέας Υόρκης και του Λονδίνου που παίζουν την Ελλάδα στα
ζάρια, στις ευρωπαϊκές μητροπόλεις με τις κυβερνήσεις-ντίλερ των
«εθνικών πρωταθλητών», στις έδρες της ευρωκρατίας που έφτιαξαν μια Ε.Ε.
κομμένη και ραμμένη στα μέτρα του «έξυπνου χρήματος»), τότε υπολογίζω
πως θα χρειαστούμε μια ολόκληρη χώρα, έστω στο μέγεθος της Κύπρου, για
να τη μετατρέψουμε σε φυλακή για τους ενόχους της παγκόσμιας κρίσης
χρέους.

Προς το παρόν, οι μόνοι που τιμωρούνται είναι οι εξ
ορισμού αθώοι. Τιμωρείται μια ολόκληρη κοινωνία για την ανοησία της να
πιστέψει τους πολιτικούς, να παραπλανηθεί από τους τεχνοκράτες, να
εξαπατηθεί από τους επιχειρηματίες και να υπνωτιστεί από τους
πνευματικούς ηγέτες της στο παραμύθι της ανάπτυξης και της αδιατάρακτης
ευημερίας. Τιμωρούνται αυτοί που δεν μπορούσαν να φοροδιαφύγουν, που
δεν μπορούσαν να κλέψουν τον δημόσιο πλούτο, που πείστηκαν από τις
τράπεζες να δανειστούν, που πειθαναγκάστηκαν από τους διαφημιστές να
καταναλώσουν ό,τι χρήσιμο και ό,τι περιττό, που είχαν το μικρότερο
μερίδιο απόλαυσης σ’ αυτό που κατ’ ευφημισμόν αποκαλείται «εποχή της
ανεμελιάς». Ποιας ανεμελιάς; Δεν σταμάτησαν να δουλεύουν, δεν
σταμάτησαν να αμείβονται με τους χαμηλότερους μισθούς στην Ευρωζώνη,
δεν σταμάτησαν να φορολογούνται, δεν σταμάτησαν να πληρώνουν την πιο
ακριβή αγορά της Ευρώπης, δεν σταμάτησαν τρέφουν τις υψηλές κερδοφορίες
και την ευημερία των απατηλών αριθμών που έστησαν λαμπρές πολιτικές
καριέρες και μεγάλες περιουσίες.

Τώρα, καλούνται να «γράψουν
Ιστορία». Αποδεχόμενοι την επιστροφή στα χρόνια του Σικάγου του 1886 –
μια βίαιη και μαζική υποτίμηση της εργασίας, μια αποδιάρθρωση του
κοινωνικού κράτους, μια πρωτοφανή υποβάθμιση της δημοκρατίας.
Απειλούμενοι με απόρριψη της χώρας στα σκουπίδια της παγκόσμιας
κοινότητας, ακριβώς όπως οι οίκοι αξιολόγησης πέταξαν στα «σκουπίδια»
τα ελληνικά ομόλογα. Τρομοκρατούμενοι με τον ίδιο τους τον θυμό
(«έρχονται κοινωνικές εκρήξεις στην Ελλάδα», διαμηνύουν προληπτικά οι
«ακτινολόγοι» του ελληνικού χρέους και αναπαράγουν σαν πειθήνια
φερέφωνα τα εγχώρια ΜΜΕ. Φοβούνται ή φοβίζουν μ’ αυτή την προφητεία;)

Αλλά,
πώς γράφεται η Ιστορία; Και ποιοι τη γράφουν; Στις συνθήκες ασφυξίας
που διαμορφώνει ο κλοιός των αγορών, με τους όρους υποτέλειας που
διαπραγματεύεται ο θίασος των μαθητευόμενων μάγων, η Ιστορία θα γραφτεί
πάλι από την πλευρά των νικητών. Η Ελλάδα (κι ίσως κι άλλες κοινωνίες
μετά απ’ αυτήν) μετατρέπεται σε μια τρύπα στη γεωγραφία. Υπάρχει μία
και μοναδική ευκαιρία να γραφτεί η Ιστορία αλλιώς. Να σπάσει τον κλοιό
του φόβου και της σιωπής η κοινωνία. Να βγει στο προσκήνιο, να
υπερασπιστεί τον εαυτό της, τις μικρές κατακτήσεις της, την ισχνή της
δημοκρατία, το δικαίωμά της στην πολιτική, στην αυτοδιάθεση, στην
ανεξαρτησία, στην εθνική κυριαρχία, στη στοιχειώδη κοινωνική
αλληλεγγύη. Αφού η επίσημη πολιτική παραιτήθηκε από την υποχρέωση να
υπερασπίζεται αυτά υπέρ των οποίων υπάρχει, κάποιος άλλος πρέπει να πει
το «όχι». Κάποιος πρέπει να πετάξει στα σκουπίδια της Ιστορίας το χρέος
και τους πιστωτές, πριν αυτοί μετατρέψουν τις κοινωνίες σε χωματερές.