Στις 7 Μαΐου του 1953, ιδρύεται με το νομοθετικό διάταγμα 2421, η
Κεντρική Υπηρεσία Πληροφοριών (ΚΥΠ), η οποία από τη δεκαετία του 1980
μετονομάστηκε στην σημερινή Εθνική Υπηρεσία Πληροφοριών (ΕΥΠ). Οι
θεωρίες συνωμοσίας και οι αστικοί μύθοι που ακολουθούν την ΚΥΠ είναι
πολλοί ενώ οι απόψεις για το έργο της διίστανται.

Τη περίοδο που ιδρύθηκε η ΚΥΠ ο κόσμος ήταν χωρισμένος στη Δύση του
καπιταλισμού και στην Ανατολή του κομουνισμού. Η Ελλάδα προσπαθεί να
μαζέψει τα κομμάτια της από τον εμφύλιο σπαραγμό και η CIA υποδεικνύει
στη νεοσύστατη υπηρεσία τον τότε βασικό εχθρό του επίσης πρόσφατα
ιδρυθέντος ΝΑΤΟ, τον κομουνισμό.

Τους ισχυρούς δεσμούς και τη σχέση χρηματοδότησης μεταξύ ΚΥΠ και CIA
ανακάλυψε, ο τότε υπουργός Προεδρίας Ανδρέας Παπανδρέου, ζητώντας να
διακοπεί αμέσως, προκαλώντας έντονες αντιδράσεις. Η μυστική υπηρεσία
συνεχίζει να κυνηγά τα μέλη της ΕΔΑ και του ΚΚΕ, ενώ ταυτόχρονα
προετοιμάζεται για το στρατιωτικό πραξικόπημα.

Την περίοδο της χούντας, με διοικητές τους Χατζηπέτρο και Ρουφογάλη,
η ΚΥΠ καταδιώκει κάθε δημοκράτη. Παράλληλα όμως δίνει ιδιαίτερη
βαρύτητα στην Κύπρο, λόγων της σταδιακά αυξανόμενης έντασης με την
Τουρκία, συλλέγοντας πολύτιμες πληροφορίες οι οποίες δεν εκτιμήθηκαν
από τους πραξικοπηματίες και ως αποτέλεσμα είχαμε τη γνωστή κατάληψη.

Το 1986 ο Ανδρέας Παπανδρέου, ως πρωθυπουργός πλέον, με νέα
νομοθετική ρύθμιση τη μετονομάζει σε ΕΥΠ(Εθνική Υπηρεσία Πληροφοριών)
και αποφασίζει την πολιτικοποίησή της. Πρώτος μη στρατιωτικός διοικητής
της ΕΥΠ αναλαμβάνει τότε ο Κ. Τσίμας. Ακούγονται πολλά για υποθέσεις
υποκλοπών και παρακολουθήσεων στις επόμενες κυβερνήσεις ΠΑΣΟΚ και ΝΔ.

Το 1999 η ΕΥΠ περνάει μια από τις μεγαλύτερες κρίσεις με την υπόθεση
Οτσαλάν, όπου ο Κ. Σημίτης ζητάει την παραίτηση του διοικητή Χ.
Σταυρακάκη και η αρμόδια υπουργός Βάσω Παπανδρέου ξηλώνει πλήθος
ανώτερων στελεχών. Μετά την πολιτικοποίησή της αποτελεί αυτοτελή
πολιτική δημόσια υπηρεσία και υπάγεται απ’ ευθείας στον Πρωθυπουργό.

Πηγή: Ελευθεροτυπία