Σάββατο, 08 Μαΐου 2010

ΑΦΙΈΡΩΜΑ 13) Ιωάννης Μακρυγιάννης


Ο Γιάννης Μακρυγιάννης (1794 – 1864) ήταν πολεμιστής, έμπορος, στρατηγός και ήρωας της Ελληνικής Επανάστασης του 1821.
Γεννήθηκε
το 1794 στο συνοικισμό Αβορίτι του Κροκυλείου Δωρίδας και το
οικογενειακό του όνομα ήταν Τριανταφύλλου. Όταν φονεύθηκε ο πατέρας
του, το 1804, τον προσέλαβε ο γραμματέας του Αλή Πασά, Αθανάσιος
Λιδωρίκης, κοντά στον οποίο μεγάλωσε στην Άρτα και τα Γιάννενα. Το 1817
άρχισε να ασχολείται με το εμπόριο και μέσα σε τρία χρόνια απέκτησε
σημαντική περιουσία από αυτό. Το 1820 μυήθηκε στην Φιλική Εταιρεία και
στάλθηκε στην Πάτρα για να συμμετάσχει σε προετοιμασίες για την
επανάσταση.
Κατά την διάρκεια της επανάστασης είχε σημαντική
πολεμική δράση. Αγωνίστηκε με θάρρος, σύνεση και προνοητικότητα σε
Πελοπόννησο και Στερεά Ελλάδα. Τραυματίστηκε πολλές φορές σε μάχες, με
αποκορύφωμα τη μάχη της Αθήνας (Ακρόπολη – Περιοχή Ηρωδείου), όπου σε
ένα βράδυ τραυματίστηκε τρεις φορές κατά την διάρκεια υπεράσπισης ενός
συμπολεμιστή του. Συνήθιζε με τα τεχνάσματα και τις στρατηγικές του
ανταρτοπολέμου να εξαπατά τον αντίπαλο. Αν και ήταν ένας απλός άνθρωπος
με χαμηλό μορφωτικό επίπεδο, επέδειξε πατριωτισμό και συνέβαλε με το
δικό του μοναδικό και ιδιοφυή τρόπο, στην ομόνοια μεταξύ των Ελλήνων
(Πολιτικών και Στρατιωτικών), ειδικά σε περιόδους όπου ο ένοπλος
διχασμός υπονόμευε την τύχη της επανάστασης. Αυτός ήταν ο λόγος που
κέρδισε κατά τη διάρκεια της επανάστασης το σεβασμό και την εμπιστοσύνη
των μεγάλων στρατιωτικών και πολιτικών ηγετών. Είχε όμως πάντα το
θάρρος της γνώμης του και πολλές φορές γινόταν επικριτικός και αυστηρός
προς οποιαδήποτε κατεύθυνση, όταν θεωρούσε ότι κάποιος ήταν ιδιοτελής
και αδιαφορούσε για το σκοπό του αγώνα.
Ένα από τα μέγιστα
πατριωτικά του προτερήματα, ήταν επίσης ότι όσες φορές του προτάθηκε
από τις προσωρινές κυβερνήσεις (κατά τη διάρκεια της Επανάστασης) η
παραχώρηση περιουσίας, μεγάλης ή μικρής, αυτός τις απαρνήθηκε στο όνομα
της ελευθερίας της πατρίδας και της ανιδιοτέλειας. Ιδιαίτερη σχέση
εμπιστοσύνης και αναγνώρισης είχε χτίσει με τους περισσότερους
Αθηναίους και Υδραίους, λόγω αυτής του της ανιδιοτέλειας.
Μετά το
τέλος της επανάστασης άρχισε να γράφει τα Απομνημονεύματά του.
Αποτελούν δε σημαντικότατη, μοναδική και πολυτιμότατη ιστορική πηγή.
Ήρθε σε αντίθεση με τους οπαδούς του Καποδίστρια, και αργότερα με τον
Όθωνα. Πρωτοστάτησε στην Επανάσταση της 3ης Σεπτεμβρίου. Το 1852
καταδικάστηκε σε θάνατο με την κατηγορία ότι σχεδίαζε την δολοφονία του
Όθωνα, αλλά το 1854 αφέθηκε ελεύθερος. Το 1864 ονομάστηκε
αντιστράτηγος, και πέθανε λίγο μετά.
Απόσπασμα από τα απομνημονεύματα του:
«Εκεί
οπούφκιαχνα τις θέσες εις τους Μύλους (Κοντά στο Ναύπλιο) ήρθε ο
Ντερνυς (Derigny Anri Gautier, Γάλλος ναύαρχος) να με ιδή. Μου λέγει.
‘Τι κάνεις αυτού; Αυτές οι θέσεις είναι αδύνατες. Τι πόλεμον θα κάνετε
με τον Μπραϊμη αυτού;’ – Του λέγω, είναι αδύνατες οι θέσεις κι’ εμείς,
όμως είναι δυνατός ο θεός όπου μας προστατεύει. Και θα δείξωμεν την
τύχη μας σ’ αυτές τις θέσεις τις αδύνατες. Κι αν είμαστε ολίγοι εις το
πλήθος του Μπραϊμη, παρηγοριόμαστε μ’ ένα τρόπον, ότι η τύχη μας έχει
τους Έλληνες πάντοτε ολίγους. Ότι αρχή και τέλος, παλαιόθεν και ως
τώρα, όλα τα θεριά πολεμούν να μας φάνε και δεν μπορούνε. Τρώνε από μας
και μένει και μαγιά. Και οι ολίγοι αποφασίζουν να πεθάνουν. Κι όταν
κάνουν αυτήνη την απόφασιν, λίγες φορές χάνουν και πολλές κερδαίνουν»

Αναρτήθηκε από
ΧΑΡΑΛΑΜΠΑΚΗΣ

στις
7:55 π.μ.

0
σχόλια








ΑΦΙΈΡΩΜΑ 12) Καστοριάδης Κορνήλιος:

Ο Κορνήλιος Καστοριάδης
(Κωνσταντινούπολη, 11 Μαρτίου 1922- Παρίσι, 26 Δεκεμβρίου 1997) ήταν
έλληνας φιλόσοφος, οικονομολόγος και ψυχαναλυτής. Συγγραφέας του έργου
Η Φαντασιακή Θέσμιση της Κοινωνίας, διευθυντής σπουδών στην Σχολή
Ανωτέρων Σπουδών Κοινωνικών Επιστημών του Παρισιού από το 1979, και
φιλόσοφος της αυτονομίας, υπήρξε ένας από τους μεγαλύτερους στοχαστές
του 20ου αιώνα.


Τα πρώτα χρόνια στην Αθήνα

Γεννήθηκε
το 1922 στην Κωνσταντινούπολη και την ίδια χρονιά η οικογένεια του
μετεγκαταστάθηκε στην Αθήνα. Ο Κορνήλιος Καστοριάδης πρωτοήρθε σε επαφή
με την μαρξιστική σκέψη και την φιλοσοφία ταυτόχρονα σε ηλικία 13 ετών,
οπότε και γεννήθηκε και το ενδιαφέρον του τόσο για την σκέψη όσο και
για την πολιτική. Η πρώτη ενεργός ανάμιξη και δραστηριοποίηση του στην
πολιτική, ήρθε όταν επί δικτατορίας Μεταξά (1937) προσχώρησε στην ΟΚΝΕ.
Ενεγράφη στο κομμουνιστικό κόμμα και το 1941 και λίγο μετά την αρχή της
κατοχής συγκρότησε μαζί με άλλους νέους μία ομάδα που εναντιωνόταν στο
σωβινιστικό προσανατολισμό του ΚΚΕ. Το 1943 προσχώρησε στην
τροτσκιστική ομάδα του Σπύρου Στίνα, πράγμα που είχε ως συνέπεια τη
δίωξή του όχι μόνο από τους Γερμανούς αλλά και από το ΚΚΕ. Το 1944
γράφει τα πρώτα του κείμενα για τις κοινωνικές επιστήμες και τον Μαξ
Βέμπερ (Max Weber), τα οποία δημοσιεύει στο περιοδικό Αρχείο
Κοινωνιολογίας και Ηθικής.


Σήμερα το «αποχωρώ» από το ΚΚΕ και
γίνομαι οτιδήποτε, είναι πανεύκολο. Τότε ήταν από δύσκολο έως ρίσκο της
ίδιας σου της ζωής. Ειδικά αν γινόσουν τροσκιστής. Η ΟΠΛΑ (μονάδες
κρούσης του ΚΚΕ), εκτός από τους φασίστες, τους συνεργάτες των
γερμανών, τους εν γένει διαφωνούντες κλπ, έδειχναν πολλές φορές και μία
ιδιαίτερη ευαισθησία στους τροτσκιστες. Ο εσωτερικός εχθρός είναι πάντα
πιο επικίνδυνος.


Ο Τρότσκυ, υπήρξε ένας από τους βασικούς
συντελεστές της Οκτωβριανής Επανάστασης του 1919, μαζί με τον σύντροφο
Λέννιν και το ανερχόμενο αστεράκι σύντροφο Στάλιν. Διαφώνησε και
τόλμησε παράλληλα να αναπτύξει ένα συγγραφικό έργο. Εκτελέστηκε.
Ωστόσο, «η σχολή» του βρήκε μεγάλη απήχηση, τόσο στο εσωτερικό του Κ.Κ
της Σοβιετική Ενωσης, όσο και Διεθνώς. Οι οπαδοί του, είχαν – κατά
κανόνα – την τύχη του αρχηγού τους, τόσο στη Σ. Ενωση, όσο και στην
Ελλάδα.


Σπούδασε αρχικά νομικά και οικονομικά στο Πανεπιστήμιο
Αθηνών. Κατά τα Δεκεμβριανά, αποδοκίμασε την στάση του ΚΚΕ και, στη
συνέχεια, μετέβη με το πορτογαλικό πλοίο Ματαρόα από τον Πειραιά στο
Παρίσι όπου έμελλε να εγκατασταθεί μόνιμα. Συνεπιβάτες σε αυτό το πλοίο
και οι άλλοι δύο Έλληνες, μετέπειτα στοχαστές του Παρισιού, ο Κώστας
Αξελός και ο Κώστας Παπαϊωάννου, που μαζί με διακόσιους ακόμα (ανάμεσα
στους οποίους και οι: Μακρής, Ξενάκης, Κρανάκη) είχαν εξασφαλίσει, με
την βοήθεια του Οκτάβιου Μερλιέ (Octave Merlier), υποτροφία του
Γαλλικού Ινστιτούτου από την γαλλική κυβέρνηση.


Στο Παρίσι

Στο
Παρίσι έγινε μέλος της τροτσκιστικής Τετάρτης Διεθνούς και του
Διεθνιστικού Κομμουνιστικού Κόμματος, από τις οποίες όμως άρχισε
σταδιακά να απομακρύνεται, ώσπου μετά το 1948 να εγκαταλείψει οριστικά
το τροτσκιστικό κίνημα. Παράλληλα από την ίδια χρονιά άρχισε να
εργάζεται στην υπηρεσία Στατιστικής Εθνικών Λογαριασμών και Μελετών
Ανάπτυξης του Οργανισμού Οικονομικής Ανάπτυξης και Συνεργασίας (ΟΟΣΑ),
μια θέση την οποία διατήρησε ως και το 1970.


Ξεκίνησε, μαζί με
άλλους, μία μοναχική πορεία που είχε ως αναφορά (τι άλλο) ένα
περιοδικό. Τη σκέψη δηλαδή. Διανοούμενοι. Για τον κόσμο, την αριστερά,
τη κοινωνία, τη Σοβιετική Ενωση, τον Σοσιαλισμό. Οπως και αρκετοί
άλλοι, είχε διαχωρίσει τον εαυτό του από τον αρχικό του πυρήνα. Δεν
είναι έυκολο πραγμα ξέρετε αυτό. Πονάει. Το να είσαι μόνος. Ωστόσο, η
κοινωνία γύρω του, κάτι είχε μυριστεί. Όχι αναγκαστικά από αυτόν, αλλά
και άλλα πολλά. Και φάνηκε πως κάτι έγινε στην Ευρώπη.


Το 1946
ξεκίνησε και η γνωριμία του με τον διανοούμενο Κλωντ Λεφώρ, με τον
οποίο συγκρότησαν μία εσωτερική τάση στο PCI, από το οποίο αποχώρησαν
το 1948 και ίδρυσαν την ομάδα Socialisme ou Barbarie («Σοσιαλισμός ή
Βαρβαρότητα»), η οποία από το επόμενο έτος μέχρι το 1965 εξέδιδε το
ομώνυμο περιοδικό. Από τα κείμενα εκείνης της περιόδου προέκυψαν τα
βιβλία: Η Γραφειοκρατική Κοινωνία (1973), Η Πείρα του Εργατικού
Κινήματος (1974), Το Περιεχόμενο του Σοσιαλισμού, Σύγχρονος
Καπιταλισμός και Επανάσταση, Η Γαλλική Κοινωνία (1979). Μέσα από το
συγκεκριμένο περιοδικό βρήκαν βήμα τα επόμενα χρόνια γνωστοί
διανοούμενοι της Γαλλίας, όπως ο Lyotard και ο Debord. Το περιοδικό
κινείτο πέραν των τροτσκιστικών κύκλων και ήταν ιδιαίτερα επικριτικό
στα καθεστώτα του υπαρκτού σοσιαλισμού.


Χαρακτηριστική της
γραμμής του περιοδικού ήταν η ανάλυση του Καστοριάδη για το πολιτικό
σύστημα της Σοβιετικής Ένωσης, το οποίο το χαρακτήρισε καθεστώς
"Γραφειοκρατικού Καπιταλισμού". Ανέφερε χαρακτηρισικά: «Η ρωσική
επανάσταση οδήγησε στην εγκαθίδρυση ενός νέου τύπου καθεστώτος
εκμετάλλευσης και καταπίεσης όπου μια νέα κυρίαρχη τάξη, η
γραφειοκρατία, σχηματίστηκε γύρω από το κομμουνιστικό κόμμα». Όσον
αφορά τις «φιλελεύθερες δημοκρατίες» της Δύσης θεωρούσε ότι το κριτήριο
ταξικής διαφοροπόίησης είχε πάψει να είναι πλέον η κατοχή και ο έλεγχος
των μέσων παραγωγής, αλλά η κατοχή και η ικανότητα άσκησης εξουσίας.


Σταδιακά
και προς τα τελευταία χρόνια της έκδοσης του περιοδικού ο Καστοριάδης
απομακρύνθηκε από την μαρξιστική φιλοσοφία και θεωρία της Ιστορίας όσο
και από την μαρξιστική οικονομική ανάλυση, πράγμα εμφανές στο κείμενο
του «Μαρξισμός και επαναστατική κοινωνία» το οποίο αργότερα
συμπεριελήφθη στο "Η Φαντασιακή Θέσμιση της Κοινωνίας".


1956 –
Ουγγρική επανάσταση. Μέλος του τότε Ανατολικού μπλόγκ. Αντέδρασε στην
κηδεμονία της Σοβιετικής Ενωσης. Αποτέλεσμα ήταν κανονικότατη εισβολή
και οι δυνάμεις της αντίδρασης και οι πράκτορες του καπιταλισμού έγιναν
σκόνη. Με συγκρούσεις και πολλά θύματα (οδομαχίες κλπ). Η Βουδαπέστη
βάφτηκε στο αίμα. Η ισσοροπία της Ευρώπης περέμεινε στην διατεταγμένη
της αρμονία. Οι δυνάμεις της δημοκρατίας, οι ΗΠΑ εξέφρασαν την
εντονώτατη διαμαρτυρία τους, ως όφειλαν, απείλησαν κατά τα δέοντα και
εν συνεχεία κάπου τους ξέφυγε, το ξέχασαν κλπ.


Κάποιες φωνές στα
Κομμουνιστικά Κόμματα της Δυτικής Ευρώπης κάτι άρχισαν να ψιθυρίζουν.
Για το Κομμουνιστικό Κόμμα της Ελλάδος, ήταν κάτι σαν να μην έγινε.
Κάτι σαν το «δεν πήγαν ποτε τα Σοβιετικά τάνκς στην Ουγγαρία» και όταν
οι πληροφορίες, τα ντοκουμέντα, οι φωτογραφίες ζόριζαν τα πράγματα,
επιστρετευόταν το σλόγκαν των καλών και των κακών τάνκς. Ο Καστοριάδης
και η παρέα του, τότε, εκεί μόνοι μέσα στη μοναχικότητα της αριστεράς,
την είπαν Ουγκρική Εξέγερση. Αλλά, ακόμα και πολλά χρόνια μετά οι
διαφωνούντες της αριστερας (και εδώ στην Ελλάδα) δεν την είπαν
εξέγερση. Επρεπε να την αμβλύνουν λίγο. Την είπαν «κίνημα»,
«διαμαρτυρία» κλπ. Και λογικό ήταν. Αν ονομάσεις κάτι «εξέγερση» κάπως
πρέπει να ονομάσεις αυτόν που την καταστέλει. Και δεν είμαστε για πολλά
ξεκόματα με τον ομφάλιο λώρο μας. Ισως το περιβάλλον να μας φαίνεται
δύσκολο, ίσως και τα ζωτικά μας όργανα να μην είναι έτοιμα να μας
αυτοσυντηρήσουν. Γενικά οι ομφάλιοι λώροι (όχι μόνο στην πολιτική,
δύσκολα κόβονται).


Εδώ πρέπει να σημειωθεί ότι ενώ οι θέσεις και
οι απόψεις του Καστοριάδη γνώρισαν μεγάλη απήχηση στους επαναστατικούς
κύκλους πολλών χωρών της εποχής, ο ίδιος δεν είχε την ανάλογη
αναγνώριση, καθώς ήταν αναγκασμένος να υπογράφει τα κείμενα του
χρησιμοποιώντας διάφορα ψευδώνυμα (Pierre Chaulieu, Paul Cardan, Marc
Noiraud κ.α). Αυτό συνέβαινε διότι δεν είχε γαλλική υπηκοότητα ή
διαβατήριο ακόμη, με συνέπεια να βρίσκεται συνεχώς υπό τον φόβο της
απέλασης στην Ελλάδα. Στις σελίδες του περιοδικού πρωτοεμφανίστηκαν και
μερικά από τα σημαντικότερα κείμενα της πρώτης περιόδου της σκέψης του,
τα οποία αργότερα έμελλε να δημοσιευθούν μέσα από τις εκδόσεις βιβλίων
του, όπως τα: «Η Γραφειοκρατική Κοινωνία», «Η Πείρα του Εργατικού
Κινήματος» και του ίσως σημαντικότερου έργου του «Η Φαντασιακή Θέσμιση
της Κοινωνίας». Το 1967 η ομάδα του Socialisme ou Barbarie διαλύεται,
ωστόσο όμως δύο χρόνια αργότερα, τα κείμενα και η σκέψη της ομάδας και
κυρίως του Καστοριάδη αποτελούν βασική πηγή έμπνευσης των εξεγερμένων
φοιτητών του Μάη του ’68.


Δεν χρειάζονται να ειπωθούν πολλά για
τον Μάη του 68. Αυτό που όμως που έχει σημασία για την πορεία του μύθου
μου, είναι το γεγονός πως, αυτή η ομάδα της σκέψης, βρήκε ένα μέρος της
δικαίωσής της. Σαφέστατα οι ιδέες και η σκέψη του Καστοριάδη, είχαν
επηρεάσει τον Μάη. Ηταν και άλλοι. που τον επηρέασαν. Και ο Μάης δεν
προκλήθηκε μόνο από ιδέες.


Σχεδόν ταυτόχρονα όμως, την ίδια
εποχή, σε μίαν άλλη χώρα της «αντίπερα όχθης», στην Τσεσχολοβακία,
έζησαν και τη δική τους άνοιξη, με τον αναμενόμενο βεβαίως, τέλος. Μέσα
από διαδικασίες του ίδιου του Κομμουνιστικού Κόμματος, μία ομάδα
διανοουμένων και καλλιτεχνών ξεκίνησαν διαδικασίες εκδημοκρατισμού, με
παράλληλη απελυθέρωση της τέχνης, του πολιτισμού. Η Τσεχοσλοβακία,
εκείνη την περίοδο γνώρισε, όχι μόνο πολιτική, αλλά και κοινωνική, και
πολιτιστική «άνοιξη». Και πάλι τάνκς και πάλι συγκρούσεις και πάλι
νεκροί και πάλι επαναφορά στην τάξη. Δεν ήταν της ίδιας βαρβαρότητας με
την εισβολή στην Ουγγαρία, αλλά και πάλι υπήρξαν πολλοί νεκροί σε
οδομαχίες και συγκρούσεις. Σε γενικές γραμμές προσπάθησαν να κάνουν την
καταστολή όσο πιο ήπια γινόταν. Πάντως, όπως και στην περίπτωση της
Ουγγαρίας, και εδώ είχαμε το στρογγύλεμα της μετονομασίας από «εισβολή
με τάνκς και οδομαχίες» …σε «επέμβαση». Αυτή η τρομερή δυνατότητα των
λέξεων και των φράσεων να κατακρεουργούν τα γεγονότα είναι απίστευτη.


Το
1970 ο Καστοριάδης αποκτά την γαλλική υπηκοότητα και έτσι παύει πλέον ο
συνεχής φόβος της απέλασης. Αυτή την περίοδο ο Καστοριάδης στρέφεται
στην ψυχανάλυση, μάλιστα εργάζεται και ως ψυχαναλυτής ο ίδιος από το
1974, και γίνεται μέλος της επονομαζόμενης Τέταρτης Ομάδας, ενός
κινήματος διαφωνούντων της σχολής του Λακάν (Lacan). Αυτή η στροφή προς
την ψυχανάλυση χαρακτηρίζει πλέον τό σύνολο της σκέψης του, πράγμα το
οποίο τον οδηγεί σε μια καινούργια φιλοσοφική κατανόηση της πολιτικής
και κοινωνικής ζωής του ανθρώπου, η οποία αποτυπώνεται στο κλασικό
πλέον έργο του ‘Η Φαντασιακή Θέσμιση της Κοινωνίας’.


Κεντρική
θέση στην σκέψη του αποκτά η έννοια του Φαντασιακού, το οποίο θεωρεί ως
το θεμέλιο στοιχείο της ανθρώπινης δημιουργίας. Ο Καστοριάδης
αντιλαμβάνεται την κοινωνική διαφοροποίηση ως μια διαδικασία συνεχούς
δημιουργίας ex nihilo σημασιών, νοημάτων, εικόνων οι οποίες θεσμίζονται
και δομούν την εικόνα του κόσμου και της κοινωνίας κάθε εποχής. Ο
Καστοριάδης αρνείται την ύπαρξη οποιουδήποτε ντετερμινισμού όσον αφορά
την κοινωνική αλλαγή, οποιασδήποτε προδιαγεγραμένης πορείας της
κοινωνίας, καθώς αυτή είναι συνεχής δημιουργία που γεννιέται και
νοηματοδοτείται μέσω του «Κοινωνικού Φαντασιακού».


Σύμφωνα με
τον Καστοριάδη, αν και όλες οι κοινωνίες δημιουργούν οι ίδιες της
φαντασιακές σημασίες τους (δηλαδή τους θεσμούς, τους κανόνες, τις
πεποιθήσεις, τις αντιλήψεις κ.λπ.) δεν έχουν όλες συνείδηση του
γεγονότος αυτού. Πολλές κοινωνίες συγκαλύπτουν τον κοινωνικό χαρακτήρα
της θέσμισης των φαντασιακών σημασιών τους, αποδίδοντας την θέσμιση και
την θεμελίωση τους σε εξω-κοινωνικούς παράγοντες (π.χ. το Θεό, την
παράδοση, το νόμο, την ιστορία). Με βάση αυτή την συνείδηση της
αυτοθέσμισης των φαντασιακών σημασιών από κάθε κοινωνία, ο Καστοριάδης
διέκρινε μεταξύ των αυτόνομων κοινωνιών, αυτών δηλαδή που είχαν
συνείδηση της αυτοθέσμισης αυτής, και των ετερόνομων κοινωνιών, στις
οποίες η θέσμιση αποδιδόταν σε κάποια εξωκοινωνική αυθεντία.



Ο
Καστοριάδης είχε απομακρυνθεί πλέον οριστικά και αμετάκλητα από τον
Μαρξισμό, τις εκδοχές του, τις διαστρεβλώσεις του. Δεν ήταν γι αυτόν
θέμα απλής κακής ερμηνείας από κάποιους κακούς και ιστορικά
αναγκασμένους, σε μία θεωρία που από μόνη της είχε δώσει όλες τις
λύσεις. Δεν έχουν σημασία οι επιμέρους, αλλά οδηγήθηκε σε μια συνολική
αμφισβήτηση.



Ξέφυγε επίσης οριστικά από την οικονομία και
επιστράτευσε όλες τις δραστηριότητες της ανθρώπινης έκφρασης για να
ερμηνεύσει τον κόσμο. Ψυχολογία, ιστορία, τέχνη, πολιτισμός, θετικές
επιστήμες. Γι αυτό και στο έργο του, σε κάθε του δημοσίευση, σε κάθε
του βιβλίο – από τα λίγα που έχω διαβάσει – δεν υπάρχει περίπτωση να μη
ξεφύγει. Να μη σε πάει και αλλού. Για να επιστρέψει στα αρχικά του
ερωτήματα, λίγο πιο μπροστά όμως απ’ ότι τα έθεσε και να καταλήξει σε
απαντήσεις που όμως από μόνες τους αφήνουν και περιθώρια νέων
αναζητήσεων και αμφισβητήσεων ακόμα και του εαυτού τους.


Το 1979
ο Καστοριάδης εξελέγη διευθυντής της Ecoles des Hautes Etudes en
Sciences Sociales, όπου διοργάνωσε σεμινάριο με τίτλο "Θέσμιση της
κοινωνίας και ιστορική δημιουργία". Τα τελευταία χρόνια της ζωής του ο
Κορνήλιος Καστοριάδης επισκέφθηκε αρκετές φορές της Ελλάδα, δίνοντας
σειρά διαλέξεων, μεταξύ άλλων στη Θεσσαλονίκη, το Ηράκλειο, τον Βόλο το
Ρέθυμνο κ.α. Το 1989Πάντειο Πανεπιστήμιο.


Ο Κορνήλιος Καστοριάδης απεβίωσε σε ηλικία 75 ετών, στις 26 Δεκεμβρίου του 1997.