Στις 27 Μαΐου 1840 έφυγε από τη ζωή ο Ιταλός βιολιστής, βιολονίστας,
κιθαρίστας και συνθέτης Niccolò Paganini. Από τους πλέον διάσημους
βιρτουόζους κατά τη διάρκεια της ζωής του, κατάφερε να κερδίσει μια
θέση δίπλα στο… διάβολο αφού η λαϊκή προκατάληψη της εποχής εξέλαβε
το εκπληκτικό ταλέντο του ως σατανικό χάρισμα. Σήμερα θεωρείται από
τους στυλοβάτες της σύγχρονης τεχνικής στο βιολί.

Ο Paganini γεννήθηκε στη Γένοβα της Ιταλίας, έλαβε τα πρώτα μαθήματα
στο μαντολίνο και το βιολί βιολί από τον πατέρα του, ερασιτέχνη μουσικό
ενώ αργότερα μαθήτευσε κοντά στους αναγνωρισμένους δασκάλους της εποχής
Servetto, Costa, Rolla και Paer. Επιδεικνύει από παιδί εξαιρετικό
ταλέντο ενώ συνθέτει ήδη από τα 8 χρόνια, δίνοντας το πρώτο του
κοντσέρτο σε ηλικία 12 ετών.


Η εκπληκτική του πορεία ανακόπτεται για λίγο λόγω ποτού και τζόγου
αλλά, σε ηλικία των 23, επανέρχεται αναλαμβάνοντας τη θέση του μουσικού
διευθυντή στην αυλή της πριγκίπισσας της Lucca και της αδερφής του
Ναπολέοντα, Elisa Baciocchi όπου παραμένει το 1809 οπότε αρχίζει να
περιοδεύει στις μεγάλες πόλεις της Ευρώπης.

Το 1813 εμφανίζεται στο Μιλάνο και αποσπά διθυραμβικές κριτικές. Το
1828 φεύγει για πρώτη φορά στο εξωτερικό με σταθμό τη Βιέννη και το
1831 για το Παρίσι και το Λονδίνο. Στα ταξίδια του γνωρίζει πολλούς
μουσικούς και συνθέτες, όπως τον Hector Berlioz.Από το 1834 και μετά
πραγματοποιεί λίγες εμφανίσεις, ενώ τα τελευταία χρόνια της ζωής του
ταλαιπωρείται από μια ασθένεια (φυματίωση ή καρκίνο) του λάρυγγα. Στην
κατοχή του έχει βιολιά φημισμένων κατασκευαστών όπως οι Stradivarious,
Guarnerious και Amati, αλλά και μια βιόλα και ένα κοντραμπάσο του
Stradivarious. Ως αγαπημένο όργανό του πάντως αναφέρεται ένα βιολί του
Guarneri del Gesù, κατασκευασμένο το 1742, το οποίο ο ίδιος αποκαλούσε
«Το κανόνι» (Il cannone). Ο Paganini χάνει τη φωνή του αλλά όχι την
ικανότητα του στο βιολί, το οποίο συνεχίζει να παίζει μέχρι το τέλος
του, στις 27 Μαΐου 1840 στην Νίκαια.


Ο Niccolò Paganini θεωρήθηκε ο πρώτος αυτόνομος καλλιτέχνης που
περιόδευε χωρίς τη συνοδεία άλλων μουσικών, ενώ έθεσε ξεκάθαρα τις
βάσεις για το ρόλο του σολίστα. Οι ικανότητες του ήταν τέτοιες, ώστε
σύμφωνα με τις ιστορίες της εποχής, το κοινό παραληρούσε στις συναυλίες
του, σε σημείο που οι κυρίες να λιποθυμούν και οι άντρες να κλαίνε. Για
το λόγο αυτό κυκλοφορούσαν ευρέως και οι φήμες ότι ο Paganini είχε
πουλήσει την ψυχή του στο διάβολο σε αντάλλαγμα για το εξωπραγματικό
του ταλέντο, φήμες που κόστισαν στη σορό του πέντε χρόνια στο δρόμο,
αφού πουθενά δεν γινόταν δεκτή για ενταφιασμό.


Η οδύσσεια της ταφής

Η Καθολική Εκκλησία αρνήθηκε τη ταφή του Niccolò Paganini, αφού
πέθανε χωρίς να προφτάσει να κοινωνήσει, αποκαλώντας τον «δούλο του
Σατανά» και το πτώμα του μουσικού παρέμεινε επί μήνες αρχικά στα
υπόγεια του νοσοκομείου, για να διωχθεί από εκεί όταν άρχισε να
εκδηλώνεται μεταξύ των κατοίκων σχετική αναταραχή, που έμεινε γνωστή
στα χρονικά της επιστήμης ως «ψύχωση Paganini», για να μεταφερθεί σε παλαιό λεπροκομείο της Βιλλαφράνκα.


Αλλά ούτε κι εκεί ήταν ευπρόσδεκτος ο Paganini και οι λεπροί
εγκατέλειψαν το φέρετρο στην έρημη ακτή, για να το πάρουν ένα μήνα μετά
τρεις Γάλλοι θαυμαστές του στη Σαιν Ζαν, απ’ όπου ο γιος του μουσικού
τρία χρόνια αργότερα, επιτυγχάνοντας άδεια ταφής από τον Πάπα, μετέφερε
δια θαλάσσης το φέρετρο στη Γένοβα. Λόγω όμως της επιδημίας της
πανώλους που ήδη είχε προκύψει το πλοίο δεν ξεφόρτωσε και σάλπαρε ξανά
για τη Μασσαλία – όπου οι Μασσαλιώτες αρνήθηκαν να προσφέρουν γη για τη
ταφή του νεκρού, ο οποίος τελικά κατέληξε σε μια μικρή Μονή της νησίδας
του Αγίου Ονωρίου.


Χρειάστηκε η επέμβαση της Μεγάλης Δούκισσας της Πάρμας, τέλος, για να
πάρει ένα τέλος ο μεταθανάτιος αυτός διωγμός, οπότε το φέρετρο
μεταφέρθηκε στη Πάρμα το 1845 όπου και τάφηκε στο ναό της Στεκάτας.
Μετά τη παρέλευση 22 ακόμη ετών ο γιος και κληρονόμος της τεράστιας
κληρονομιάς του Paganini ανήγειρε περισπούδαστο τάφο στο νεκροταφείο
της Πάρμας όπου και αποτέθηκαν οριστικά τα λείψανα.