Ερανιστής

Οι λέξεις φταίνε… Αυτές ενθάρρυναν τα πράγματα ν’ αρχίσουν να συμβαίνουν*

Κατοστάρικο του 1967 με τον Αριστοτέλη.

Γνωστός άγνωστος, φίλος  παιδικός, με αφορμή ένα προηγούμενο  σκαρίφημα για το γκούι, έκανε τις επόμενες ευστοχότατες και χρησιμότατες παρατηρήσεις:

Υπήρχε, βεβαίως, και η
πρόταση “κυνηγιούμαστε ;” Η απόλυτη ελευθερία, δηλαδή, χωρίς φραγμούς
(ούτε φράχτες …). Οι παραλλαγές “ψηλός – μούμουλος” (ή, καλύτερα,
“μούμουλους”, σα λατινική λέξη…) “Μιαμίσιος”, κυρίως, ο μάχιμος βόλος
(πολλές φορές γινόταν και συμφωνία με τι βόλους θα γίνει το παιχνίδι).
“Ταλιαρίσιος” και “δεκαρίσιος” είχαν διακοσμητική και συλλεκτική
λειτουργία. Υπήρχε και “εικοσαρίσιος”, βόλος – τέρας. Σπάνιοι (και για
τον λόγο τούτο μεγαλύτερης αξίας) οι “μονόχρωμοι”. Με τον “δουλεμένο”
βόλο έπαιζες καλύτερα (προφανώς, λόγω μεγαλύτερης τριβής). Μέγιστη τιμή
να σπάσεις τον βόλο του αντιπάλου εν ώρα παιχνιδιού. Το “φιδάκι”
παιχνίδι απ’ τα λίγα (και για κάπως πιο ευφυείς). Το “δελτάκι” παιχνίδι
για τζογαδόρους, το παίζανε τα αλάνια και οι κινούμενοι στις παρυφές
της αποδεκτής συμπεριφοράς. Για όλα τούτα θα μπορούσε να γραφτεί ειδικό
πόνημα. Δόκιμο θα ήταν να έχει έναν κάπως λογοτεχνικό τίτλο, π.χ. “Ο
Τζέλας παίζει βόλια”!
Συνέχισε!

Θυμήθηκα ότι όντως  παίζαμε συνήθως με
μιαμίσιο και γινόταν συμφωνία, υπήρχε και διπλός, νομίζω, των 2
δραχμών. Το σπάσιμο του βόλου κάπως λεγόταν, έχω την εντύπωση, ίσως και
τσουρουφλί. Θα το συνεχίσω, αγαπητέ, αν μη τι άλλο μαθαίνουμε πράγματα,
ευχαριστώ για τις διευκρινίσεις, όσο για το Τζέλα, έχω ήδη έτοιμο το
επεισόδιο, γραμμένο στην …κοινή παπαδιαμαντική. Ήτο νυχιάης, νομίζω, ο
Τζ., απέφευγε, εξάλλου, τα παιχνίδια που απαιτούσαν λεπτή κινητικότητα
και δεξιοτεχνία, έπαιζε συνήθως μπάζ ή τζογάριζε σε τρίτους, όταν δεν
απαλλοτρίωνε βόλους … Ελπίζω πάντα,  στην πολύτιμη και αναντικατάστατη
βοήθεια γνωστού ρέκτη δικηγόρου εξ Αθηνών.

Να σημειώσω ακόμη την ξεχασμένη λέξη κούγκουλο, την πλαστική ελαφριά μπίλια ευτελούς αξίας, καθώς και τη μπιλτζίκα, το πλαστικό βραχιόλι από μπίλιες. Αναφέρω, με την ευκαιρία, ως αταξινόμητο παιδικό παιχνίδι και το μπίτζιλα, το ξύλινο καρούλι ραψίματος δηλαδή, χωρίς την κλωστή. Θυμήθηκα ακόμη τα σκαντζαράκια, το …οικολογικό βραχιόλι, κολιέ ή κομπολόι, φτιαγμένο με ράμμα και φλούδες πορτοκαλιού που στέγνωναν στην ξυλόσομπα.

Καρούλι με πλαστικό μπίτζιλα, ξύλινο δεν μπόρεσα να εντοπίσω.

Προσπαθώ, “άγνωστε” φίλε, να ανακαλέσω επίσης την ακριβή σημασία της λέξης/έκφρασης  «τζούρος».
Ενδεχομένως να λέγαμε τη λέξη μόλις συμπληρώναμε εκατό πόντους, από
εκεί και πέρα αυτός που τους συμπλήρωνε «έκαιγε» τον αντίπαλο με ένα
τελευταίο χτύπημα. Κάθε φορά που έμπαινε ένας παίχτης  στο γκούι,
έπαιρνε 5 πόντους και συνέχιζε να παίζει ή έστηνε το βόλο κλπ. Η φράση
πιθανόν να λεγόταν για να δηλώσουμε ότι το χτύπημα έκαψε τον αντίπαλο,
τον έθεσε δηλαδή εκτός παιχνιδιού. Είχε και περιπαικτική σημασία, σκάνιαζε κατά κάποιο τρόπο τον αντίπαλο, τον ζόριζε για την ήττα του.

Θα ενδώσω στον πειρασμό να κάνω τη συσχέτιση με τη λέξη τσούρα, το ανδρικό γεννητικό μόριο
δηλαδή, για να το πούμε ευπρεπώς. Η λέξη είναι σχεδόν κοινή στη Δυτική
Μακεδονία, αυτό το γνωρίζω εμπειρικά.  Το –ος μπορούμε να το θεωρήσουμε
μεγεθυντικό, η αλλαγή από τσ σε τζ νομίζω ότι συμβαίνει συχνά.

Ευπρεπέστερος ημών ο καλός καθηγητής κ.
Μπαμπινιώτης εξαφανίζει άλλη μια αρκετά γνωστή  λέξη, τουλάχιστον πιο
διαδεδομένη από το τσουράπι ή το  τσουμπλέκι που διαβάζω ακριβώς δίπλα. Παρεπιπτόντως, ο  ορισμός της τελευταίας λέξης είναι σαφώς ελλιπής, τα τσουμπλέκια δεν
είναι απλώς αντικείμενα, ήταν και ένα είδος  μουσικού οργάνου. Από
μνήμης αναφέρω μια, ανεκδοτολογική ενδεχομένως, φράση του αθυρόστομου
Καραισκάκη: “Ο μπ…τζος μου έχει τρουμπέτες, έχει και τσουμπλέκια, θα ιδώ τι θα παίξω.” Τρουμπέτες και τσουμπλέκια σήμαιναν την έφοδο στις μάχες, νομίζω τα τσουμπλέκια
χρησιμοποιούνταν  στα οθωμανικά στρατεύματα και οι τρουμπέτες στα
ελληνικά ή χριστιανικά. Ο Καραϊσκάκης υπονοούσε ότι θα σκεφτεί με
ποιούς θα συμμαχήσει στη συγκεκριμένη συγκυρία. Απο μνήμης και πάλι
μεταφέρω  μια φράση από την  απάντηση κάποιων κοτσαμπάσηδων στον ίδιο:

“Και με τρουμπέτες και με τσουμπλέκια θα σε γαμ….ομεν!”

Αναζήτησα χωρίς αποτέλεσμα τη λέξη τσούρα σε Τριανταφυλίδη, Κριαρά, Ανδριώτη. Στο Δημητράκο βρήκα ακόμα και τσουραποβελόνα στα λεξιλογικά άχυρα αλλά όχι τη λέξη τσούρα. Τσουράπια ήταν τα κοντά μάλλινα περιπόδια, μάλλινες κοντές κάλτσες εγχώριας κατασκευής.

Λέγονται και οι φράσεις: τσούρα από λαγό, μάλλον προσβλητική, για ασήμαντο άνθρωπο, δειλό,  ανυπόληπτο, και το ‘χεις τσούρα το κεφάλι,
με τη γνωστή μεταφορικότατη σημασία. Τζούρα ή ρέφα, λέγεται και η
ρουφηξιά από τον καπνό. Υπάρχει και το γνωστό επίθετο Τσούρας. Ο τζουράς είναι, βεβαίως,  μουσικό όργανο,  γνωστό και από το ρεμπέτικο του Μουφλουζέλη:

Μπάρμπα- Γιάννη σαν ποθάνεις

Τον τζουρά τι θα τον κάνεις.


Μετά το μουσικό διάλειμμα συνέχισα την αναζήτηση στο slang.gr και σε ένα πολύ ενδιαφέρον γλωσσάρι για την ντοπιολαλιά των Ιωαννίνων. στα οποία επίσης δε ανακάλυψα τίποτα. Θα αφήσω προς το παρόν τα λεξικά του Μπόσταντζόγλου για την επόμενη φορά, μαζί με κάποιες λέξεις από ζ τις οποίες συγκέντρωσα.

Καλό Σαββατοκύριακο!