Τα αίτια του δημοσιονομικού προβλήματος προκύπτουν από μερικά βασικά
δεδομένα που φωτίζουν, ίσως με απόλυτη διαύγεια, το πρόβλημα.

Του Γιωργου Σταθακη, για την εφημερίδα Αυγή, της 16ης Μαΐου του 2010

Πρώτον, το χρέος είναι δημιούργημα της δεκαετίας του 1980. Το 1980
το χρέος ήταν μόλις 20% του ΑΕΠ, το 1990 ήταν 80% και το 1993 ήταν
120%. Έκτοτε περιστρέφεται γύρω στο 100-120% του ΑΕΠ.

Δεύτερον, το χρέος προέκυψε από την επέκταση του κράτους στην
οικονομία. Οι δημόσιες δαπάνες επεκτάθηκαν τότε από το 25% στο 40% του
ΑΕΠ και λίγο αργότερα έφθασαν στο 45%, στο οποίο και μονιμοποιήθηκαν
μέχρι σήμερα. Η επέκταση του κράτους έγινε για «καλό σκοπό», καθώς
αφορούσε πρωτίστως την επέκταση των κοινωνικών δαπανών: της υγείας, της
παιδείας και των συντάξεων. Επιπρόσθετα στη δεκαετία του 1980 το κράτος
ανέλαβε τη διαχείριση του προβλήματος της «αποβιομηχάνισης» και των
«προβληματικών».

Τρίτον, η αύξηση των δημόσιων εσόδων υστερούσε πάντα των δαπανών.
Για την ακρίβεια, ο ελληνικός προϋπολογισμός είναι ελλειμματικός για
τριάντα συνεχή χρόνια, με διακυμάνσεις από -5 (1999) έως -16% (1990),
κατά μέσο όρο γύρω στο -7% του ΑΕΠ. Το γεγονός ότι το χρέος δεν είναι
ακόμα μεγαλύτερο οφείλεται στις περιόδους χαμηλών επιτοκίων.

Συνεπώς, το βασικό ερώτημα είναι γιατί τα έσοδα υστερούν πάντοτε των
δαπανών, γιατί τελικά δεν σταθεροποιήθηκαν και αυτά στο 45% του ΑΕΠ,
αλλά γύρω στο 35-40% του ΑΕΠ. Η απάντηση είναι απλή. Τα φορολογικά
έσοδα προέρχονται από φόρους κατανάλωσης κατά τα δύο τρίτα και από
άμεσους φόρους των μισθωτών στρωμάτων. Φόρους δεν πληρώνουν οι
επιχειρήσεις, μεγάλες και μικρές, και τα ελεύθερα επαγγέλματα,
επιστημονικά και μη. Καθώς το 20-30% των πιο ευκατάστατων στρωμάτων που
ελέγχουν το 50% του ΑΕΠ δεν πληρώνουν φόρους, είναι αδύνατο να αυξηθούν
τα έσοδα στο επιθυμητό ή το αναγκαίο επίπεδο.

Τα στρώματα αυτά κατέκτησαν ειδικά φορολογικά καθεστώτα που
διασφαλίζουν τη φοροασυλία τους ή την παράκαμψη του «πόθεν έσχες». Η
ιδέα περί φοροδιαφυγής είναι παραπλανητική, καθώς πρόκειται για
φοροασυλία που επιτεύχθηκε με την κατασκευή ενός σύνθετου και
περίτεχνου φορολογικού συστήματος προστασίας των υψηλών εισοδημάτων.
Ούτε η αύξηση του ΑΕΠ ούτε τα σταθεροποιητικά προγράμματα έλυσαν το
πρόβλημα, καθώς δεν έθιξαν τη βασική αιτία. Για την ακρίβεια πέρα από
το ρεκόρ που κατέχει η Ελλάδα σε σταθεροποιητικά προγράμματα (1985-87,
1990-93, 1996-2000, 2004-07), αυτά ενώ όλα μειώνουν προσωρινά το
έλλειμμα τελικά αυξάνουν το συνολικό δημόσιο χρέος. Αυτό αναμένεται να
συμβεί και με το τρέχον πρόγραμμα.

Εν κατακλείδι, το χρέος είναι, με μια έννοια, η συσσωρευμένη
φοροαποφυγή των πιο ευκατάστατων αστικών και μικροαστικών στρωμάτων επί
τρεις δεκαετίες. Συνεπώς, το χρέος δεν αφορά την υπαρκτή κατασπατάληση
του δημόσιου χρήματος ή την υπαρκτή διαφθορά καθώς αυτές είναι μέρος
των δημοσίων δαπανών. Αυτές θα υπήρχαν και με ένα εξισορροπημένο
δημοσιονομικό σύστημα. Τα συνθήματα που αφορούν τους «κλέφτες που
πρέπει να φέρουν τα λεφτά πίσω» ή τους «τεμπέληδες δημοσίους
υπαλλήλους» αφορούν λαϊκιστικές εκδοχές που θίγουν υπαρκτές πλευρές του
δημοσιονομικού προβλήματος, αλλά δεν θίγουν την αιτία.

Ο μετασχηματισμός της ελληνικής οικονομίας. Η οικονομία των υπηρεσιών

Συχνά ακούγεται πως η οικονομία «δεν παράγει τίποτα», πως
«καταναλώνουμε περισσότερο από ό,τι παράγουμε», πως αναπτυσσόμαστε σε
«βάρος των μελλοντικών γενεών» και διάφορες άλλες «παρδαλές» θεωρίες.
Οι θεωρίες αυτές δεν συνάδουν με την πραγματικότητα, καθώς η ελληνική
οικονομία επέδειξε υψηλούς ρυθμούς οικονομικής ανόδου (αύξηση κατά 40%
του ΑΕΠ της), για μια δεκαετία, επέδειξε ρυθμούς υψηλότερους από τον
ευρωπαϊκό μέσο όρο, που τελικά έφεραν τους ελληνικούς δείκτες κοντά
στον ευρωπαϊκό μέσο όρο (γύρω στο 90-95% της Ε.Ε.).

Αυτή η ανάπτυξη μπορεί να μη διανεμήθηκε δίκαια, μπορεί να ενίσχυσε
τον πλούτο ορισμένων στρωμάτων, αλλά έγινε. Συνεπώς κάπου στηρίχθηκε,
αποτέλεσε με κάποιο τρόπο ένα «ιδιαίτερο μοντέλο ανάπτυξης», το οποίο
επέφερε μια ριζική αναδιάταξη της δομής της ελληνικής οικονομίας.

Το μοντέλο αυτό είναι πλέον σαφές. Στα μέσα της δεκαετίας του ’90
και εν μέσω της επιταχυνόμενης παγκοσμιοποίησης, η βασική ιδέα περί
ανάπτυξης, νεοφιλελεύθερης έμπνευσης, ήταν η ιδέα του προσανατολισμού
των οικονομιών σε κλάδους με διεθνή ανταγωνιστικότητα, η απελευθέρωση
των αγορών χρήματος και οι μαζικές ιδιωτικοποιήσεις που θα επέτρεπαν
την αξιοποίηση των διεθνών πλεονεκτημάτων.

Η ελληνική οικονομία είχε ήδη δύο κλάδους με διεθνή παρουσία, τη
ναυτιλία και τον τουρισμό. Υπό διαμόρφωση όμως ήταν και άλλοι κλάδοι:
οι τράπεζες, οι κατασκευές, οι τηλεπικοινωνίες, εν μέρει το εμπόριο.
Αυτοί θα μπορούσαν να διεκδικήσουν την παρουσία τους σε νέους
οικονομικούς και γεωγραφικούς χώρους που δημιουργούσε η «κατάρρευση του
κομμουνισμού» (Βαλκάνια και Ανατολική Ευρώπη). Και αυτό έγινε. Οι
τομείς αυτοί ιδιωτικοποιήθηκαν μέσα σε λίγα χρόνια, ενισχύθηκαν με
μεγάλα έργα και ολυμπιακούς αγώνες, ενώ οι χρηματιστηριακοί θεσμοί,
προσωρινά τουλάχιστον, υποσχέθηκαν την απρόσκοπτη ανάπτυξη των νέων
κλάδων.

Αυτή η νέα οικονομία που εδράζεται στη διεθνή ανταγωνιστικότητα
προϋποθέτει τη νομισματική σταθερότητα, καθώς δημιουργεί και στηρίζεται
στη ροή συναλλαγματικών ή άλλων πόρων. Η πολιτική της «σκληρής δραχμής»
και η ένταξη στο ευρώ, αποτελούσαν και αποτελούν αναπόσπαστο στοιχείο
της λειτουργίας αυτής της οικονομίας.

Η στρατηγική αυτή δεν ευνοούσε τους παραγωγικούς τομείς, τη
βιομηχανία και τη γεωργία. Αν όχι στο σύνολό τους, τουλάχιστον σε
μεγάλο τμήμα τους. Διότι και εκεί η διεθνής ανταγωνιστικότητα ήταν
δυνατή μόνο σε επιμέρους υποτομείς, αυτούς που συνέχισαν ή κατάφεραν να
έχουν εξαγωγικές επιδόσεις. Το υπόλοιπο τμήμα άρχισε να δοκιμάζεται από
το σκληρό νόμισμα που ευνοεί τις φθηνότερες εισαγωγές και κάνει
δύσκολες τις εξαγωγές. Η γεωργία μετά το 2000 άρχισε να έχει απόλυτη
μείωση της παραγωγής της και η βιομηχανία μεταστράφηκε ραγδαία στο
παραδοσιακό της πρότυπο με έμφαση στην ελαφριά βιομηχανία.

Το ισοζύγιο πληρωμών δείχνει αποκαλυπτικά τη δομή της νέας ελληνικής
οικονομίας, που καμία σχέση δεν έχει πλέον με την οικονομία του 1980.
Πρόκειται για μια εξαιρετικά «ανοικτή οικονομία», με τις εισαγωγές να
είναι σχεδόν στο 40% του ΑΕΠ. Οι εξαγωγές αγαθών (βιομηχανικών και
αγροτικών) καλύπτουν μόλις το 10%, και μετά είναι ο τουρισμός και η
ναυτιλία που συνεισφέρουν άλλο 10% ο κάθε τομέας. Μένει ακόμα ένα κενό
που καλύπτεται από άλλες εισροές και φυσικά από δάνεια. Αυτή η εικόνα
των εξωτερικών σχέσεων υποδηλώνει ότι η οικονομία είναι απόλυτα
εξαρτώμενη από συναλλαγματικές εισροές κάθε μορφής και είδους.

Οι ιδιαιτερότητες της σημερινής ελληνικής οικονομίας καθιστούν κάθε
συζήτηση περί «εξόδου από το ευρώ» και επιστροφής στη δραχμή, συζήτηση
χωρίς ιδιαίτερο νόημα, καθώς συνεπάγεται αυτόματα μια απότομη μείωση
του ΑΕΠ της τάξης του 30-40%. Μα ταυτόχρονα καθιστά και άνευ νοήματος
τη συζήτηση περί υποθετικής «έλλειψης ανταγωνιστικότητας» της ελληνικής
οικονομίας, καθώς οι εξαγωγές αγαθών είναι μικρό μέρος του ΑΕΠ.

Η ελληνική οικονομία είναι πλέον μια οικονομία υπηρεσιών. Η γεωργία
συνεισφέρει μόλις 4% στο ΑΕΠ (περίπου όσο και ο κλάδος εμπορίας κινητών
τηλεφώνων), και η βιομηχανία κάτι λιγότερο από 15%. Το 80% είναι
υπηρεσίες. Εν μέσω της οικονομικής κρίσης το μοντέλο αυτό δοκιμάζεται.
Αλλά είναι ήδη παγιδευμένο με ένα τρόπο που καθιστά κάθε διέξοδο
εξαιρετικά δύσκολη. Η αναβίωση των παραγωγικών τομέων, για παράδειγμα,
βρίσκεται αντιμέτωπη με το γεγονός ότι οι αλλαγές στην οικονομία
συμπαρέσυραν το σύνολο των αναπτυξιακών θεσμών που ήταν συνδεδεμένοι με
τους τομείς αυτούς (συνεταιρισμοί, τράπεζες, κρατικοί φορείς κ.ο.κ.).
Κάθε αλλαγή πορείας έχει συνεπώς ανάγκη από βιώσιμες μεσοπρόθεσμες
στρατηγικές.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση σε κρίση εν μέσω της κρίσης

Η Ε.Ε. βρέθηκε εν μέσω της οικονομικής κρίσης σε εξαιρετικά αδύναμη θέση για τρεις βασικά λόγους.

Πρώτον, επειδή το ευρώ είχε δημιουργηθεί με βάση την ιδέα ότι η
ευρωπαϊκή οικονομία θα αναπτυσσόταν διαρκώς. Δεν υπήρχε δηλαδή κανένας
θεσμός που να καλείται να διαχειριστεί το νόμισμα σε συνθήκες κρίσης,
άρα «ασύμμετρων επιπτώσεων» σε κάθε οικονομία. Συνεπώς δεν προέβλεψε
ούτε προϋπολογισμό ούτε κανονική κεντρική τράπεζα.

Δεύτερον, επειδή θεώρησε ότι η πυραμίδα των προτεραιοτήτων ξεκινάει
από το σταθερό νόμισμα και την αυστηρή νομισματική πολιτική, συνεχίζει
με τους ισοσκελισμένους προϋπολογισμούς και το χαμηλό δημόσιο χρέος και
καταλήγει στα πραγματικά μεγέθη (μισθοί, κέρδη κ.λπ.), τα οποία είναι
και τα μόνα που πρέπει να προσαρμόζονται, η πυραμίδα δοκιμάστηκε όταν
τα πραγματικά μεγέθη, κυρίως η απασχόληση και η παραγωγή, έπρεπε να
υποστηριχθούν, ακυρώνοντας τη δημοσιονομική πειθαρχία και αναζητώντας
νέο χρήμα.

Τρίτον, όλα αυτά δεν ισχύουν σε μια διεθνοποιημένη οικονομία. Μπορεί
να τηρούνται και το ευρώ να πέφτει. Εάν όλοι έκαναν δε το ίδιο η
παγκόσμια οικονομία θα συρρικνωνόταν. Επειδή δεν τον κάνουν οι άλλοι,
οι ΗΠΑ και η Κίνα, η Ε.Ε. εμφανίζεται να επιζητά την ανάκαμψή της στις
«πλάτες των άλλων».

Συνεπώς, αφού η Ε.Ε. είπε στις εθνικές κυβερνήσεις να διαχειριστούν
την κρίση μόνες τους (με αύξηση φυσικά των ελλειμμάτων), και αφού
κάλεσε κάθε χώρα να λύσει μόνη της «το χρέος που η ίδια είχε
δημιουργήσει» πριν και τώρα, ξαφνικά διαπίστωσε ότι οι αγορές που ήρθαν
να καλύψουν το κενό της χρηματοδότησης του χρέους (ελλείψει κεντρικής
τράπεζας), «εισέβαλαν» στην Ε.Ε. και άρχισαν να στοιχηματίζουν «ποια
χώρα θα πέσει γρηγορότερα».

Μέσα σε λίγες εβδομάδες η Ε.Ε. έφτιαξε πανικόβλητη «πακέτο διάσωσης»
της Ελλάδας και λίγο μετά «πακέτο διάσωσης» της ίδιας της ευρωζώνης.
Ό,τι δεν έκανε δύο χρόνια πριν, ένα πακέτο δηλαδή διαχείρισης της
κρίσης σε ευρωπαϊκό επίπεδο με βάση το κοινό νόμισμα και προστασία των
κρατών-μελών, το κάνει τώρα με τους χειρότερους δυνατούς όρους.

Το χειρότερο στοιχείο του ιδιότυπου ευρωπαϊκού «ζουρλομανδύα» είναι
ότι έφερε το ΔΝΤ, να συνδιαχειριστεί το πακέτο διάσωσης της ευρωζώνης.
Εάν κάτι προκύπτει με σαφήνεια από τους ευρωπαϊκούς χειρισμούς, αυτό
είναι πως η κρίση της Ε.Ε. περιλαμβάνει πλέον θεμελιακά δεδομένα της
αρχιτεκτονικής της. Το υπάρχον σύστημα πολιτικών και οικονομικών θεσμών
είναι «μη βιώσιμο», και αναπόφευκτα μέσα από διαδοχικές κρίσεις,
εντάσεις και πολιτικές αναδιατάξεις, θα υπάρξουν ριζικές αλλαγές. Αυτό
αφορά φυσικά και τη σχέση Ε.Ε. και ΗΠΑ και το νέο «ιστορικά» ρόλο του
ΔΝΤ, που επιστρέφει εκεί από όπου ξεκίνησε: στη διαχείριση δηλαδή των
νομισματικών σχέσεων ανάμεσα στις ΗΠΑ και την Ευρώπη και την
παρακολούθηση των πολιτικής κάθε μεμονωμένης οικονομίας.

Ο Γιώργος Σταθάκης διδάσκει οικονομικά στο Πανεπιστήμιο Κρήτης.
Πολλές από τις ιδέες του κειμένου εκτέθηκαν στην ημερίδα «Οι ιστορικοί
συζητούν για την κρίση. Η κρίση σε ιστορική προοπτική», που οργάνωσε το
περιοδικό Ιστορείν/Historein, στις 8.5.2010.