Κυριακή, 06 Ιουνίου 2010




Η
εφημερίδα το Βήμα της Κυριακής αποκάλυψε στοιχεία που διαθέτει για μια
χαμένη επένδυση στο Κατάκολο αξίας εκατομμυρίων ευρώ….

Για άλλη μια φορά μάλλον χάσαμε το τρένο σε τούτο τον τόπο!!!

Ρεπορτάζ : Γιώργος Σ. Σκορδίλης
(από το Βήμα της Κυριακής)

Επενδύσεις
ύψους 250 εκατ. ευρώ σε τέσσερα ελληνικά λιμάνια στον τομέα των
υποδομών υποδοχής ξένων επιβατών πρότειναν σύμφωνα με τις πληροφορίες
του «Βήματος» οι άνθρωποι της Royal Caribbean Cruises όταν…
συναντήθηκαν πριν από περίπου έναν μήνα με την υπουργό Οικονομίας, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας κυρία Λούκα Κατσέλη.
Η
πρότασή τους αφορούσε επενδύσεις στα λιμάνια του Πειραιά, του
Κατάκολου, της Ρόδου και του Ηρακλείου Κρήτης στους τομείς των υποδομών
υποδοχής και διαμονής των επιβατών των κρουαζιεροπλοίων της παραπάνω
εταιρείας. Σύμφωνα με τις ίδιες πάντοτε πληροφορίες, οι σύμβουλοι της
κυρίας Κατσέλη που ήταν παρόντες στη συνάντηση ζήτησαν από τους
αμερικανούς εκπροσώπους της RCC να προσλάβουν και «καμιά πενηνταριά-
εξηνταριά έλληνες ναυτικούς».
Οι Αμερικανοί της RCC, η επίσκεψη
των οποίων συνέπεσε με τις αντιδράσεις της Πανελλήνιας Ναυτικής
Ομοσπονδίας κατά του πλοίου τους «Ζenith», έκπληκτοι άκουσαν το αίτημα
της ελληνικής πλευράς. Απάντησαν ότι έχουν πραγματοποιήσει επενδύσεις
στον τομέα της κρουαζιέρας σε περισσότερες από 40 χώρες και σε καμία
δεν τους ετέθη τέτοιο ζήτημα, προσθέτοντας ότι είναι αδύνατον σε κάθε
χώρα στην οποία πραγματοποιούν επενδύσεις να δεσμεύονται και για
προσλήψεις ναυτικών, ευχαρίστησαν την κυρία Κατσέλη και αποχώρησαν.
Σήμερα η RCC διαθέτει βάσεις σε 40 χώρες, μεταξύ των οποίων
συμπεριλαμβάνεται το τουρκικό λιμάνι του Κουσάντασι, στο οποίο ελέγχουν
το 25% έχοντας επενδύσει δυναμικά στη δημιουργία σύγχρονων υποδομών
υποδοχής και διαμονής ξένων επισκεπτών. Η Μεσόγειος, και συγκεκριμένα
το Αιγαίο Πέλαγος και τα νησιά του, είναι μια περιοχή που βρίσκεται
πολύ ψηλά στην ατζέντα τους, αφού ήδη δραστηριοποιούνται στην περιοχή
11 κρουαζιερόπλοιά τους, τα οποία κατά μέσον όρο φιλοξενούν 2.500
επιβάτες ανά ταξίδι.
Τα πλοία αυτά πραγματοποιούν στα ελληνικά
νησιά περί τις 440 προσεγγίσεις ανά τουριστική περίοδο και ένας απλός
πολλαπλασιασμός αρκεί για να δει κανείς ότι διακινούν κάθε χρόνο στην
Ελλάδα περί τις 550.000 επιβάτες από όλον τον κόσμο, και κυρίως από τις
Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής.
Οπως επισημαίνουν παρατηρητές της
αγοράς, η RCC, στην περίπτωση κατά την οποία επένδυε στην Ελλάδα το
ποσό των 250 εκατ. ευρώ που προέβλεπε η πρότασή της, θα αύξανε μοιραία
τον αριθμό των κρουαζιεροπλοίων της στην περιοχή και κατά συνέπεια τον
τελικό αριθμό των διακινουμένων με τα πλοία της επιβατών, θέλοντας με
τον τρόπο αυτόν να διασφαλίσει την επένδυσή της.
Αυτοί που τελικά
είναι χαμένοι από αυτή την επένδυση που δεν αποφασίστηκε ποτέ, λένε οι
ίδιες πηγές, δεν είναι τόσο ο Πειραιάς, όσο το Κατάκολο, η Ρόδος και το
Ηράκλειο της Κρήτης και ενδεχομένως άλλα σημεία του ελλαδικού χώρου στα
οποία αναγκαστικά η RCC θα επένδυε για να δημιουργήσει τις προϋποθέσεις
που θα της επέτρεπαν να αυξήσει τον αριθμό των αφίξεων και αναχωρήσεων
των πλοίων της.
Επίσης μεγάλη χαμένη είναι η παραναυτιλιακή
βιομηχανία της χώρας, δεδομένου ότι τα πλοία αυτά για να εξυπηρετηθούν
θα ήταν αναγκασμένα να δημιουργήσουν βάσεις στην Ελλάδα που θα
καλύπτουν τις ανάγκες τους σε τροφοδοσία, καύσιμα, αναλώσιμα, ακόμη και
πληρώματα.
Μπορεί το έσοδο από τον κάθε επιβάτη ενός τέτοιου
πλοίου να μην έφθανε ποτέ ή να έφθανε κουτσουρεμένο στις τοπικές
αγορές, καθώς στόχος της κάθε εταιρείας είναι να δαπανήσει ο επιβάτης
και το τελευταίο δολάριό του εντός του πλοίου, αλλά τα οφέλη από την
παρουσία των πλοίων αυτών καθαυτών στα ελληνικά νερά θα ήταν ιδιαίτερα
σημαντικά και θα υπερκάλυπταν κάθε άλλη απώλεια.
Η απελευθέρωση της κρουαζιέρας και οι λανθασμένες επιλογές
Η
περίπτωση της RCC, που δεν είναι υποθετικό σενάριο αλλά πέρα για πέρα
πραγματική, καταδεικνύει τις αδυναμίες του σχεδίου που προωθεί η
κυβέρνηση για τον κλάδο της κρουαζιέρας στην Ελλάδα και την άρση των
αντικινήτρων που καθιστούν σήμερα απαγορευτικές ξένες επενδύσεις στον
εν λόγω τομέα. Από τη στιγμή κατά την οποία ο Πρωθυπουργός εξήγγειλε
την πρόθεσή του να εγκρίνει την άρση του καμποτάζ στην κρουαζιέρα ως
σήμερα που οι φορείς έχουν στα χέρια τους ένα σχέδιο νόμου που έχει
τεθεί προς διαβούλευση τα πάντα έχουν αλλάξει και έχουμε οδηγηθεί από
την κανονική απελευθέρωση που ζήτησε και περίμενε ο τουριστικός κλάδος
σε μια «τραβεστί» απελευθέρωση, η οποία ανακυκλώνει το πρόβλημα που
οδήγησε την ελληνική κρουαζιέρα στον αφανισμό.
Παραδείγματος
χάριν, οι όροι που θέτει η ελληνική πλευρά, βάσει του σχεδίου νόμου,
για να επιτραπεί σε μια ξένη εταιρεία να εκτελέσει κρουαζιέρες στην
Ελλάδα, όπως η υπογραφή τριετούς σύμβασης μεταξύ της εταιρείας και του
ελληνικού κράτους, ή η δέσμευση πρόσληψης ελλήνων ναυτικών ή ακόμη η
δέσμευση των εταιρειών για συγκεκριμένα χρονικά όρια ταξιδιών,
προκαλούν στη διεθνή βιομηχανία της κρουαζιέρας την ακλόνητη πεποίθηση
ότι η ελληνική κυβέρνηση είτε αδυνατεί να προσαρμοστεί στα διεθνή
δεδομένα του κλάδου είτε δεν έχει καταλάβει για τι ακριβώς συζητεί.
«Σε
κάθε περίπτωση» λένε ειδικοί της κρουαζιέρας «απελευθέρωση με τέτοιους
όρους και προϋποθέσεις δεν υπάρχει πουθενά στον κόσμο, ούτε καν στην
Κούβα, η οποία στη διάρκεια των τελευταίων ετών έχει εξελιχθεί σε έναν
από τους κορυφαίους προορισμούς στην παγκόσμια αγορά κρουαζιέρας».
Το
πρόβλημα γίνεται ακόμη εντονότερο, καθώς αρκετές μεγάλες εταιρείες του
κλάδου ανέμεναν τα αποτελέσματα της κίνησης της RCC προς την ελληνική
πλευρά για να καταλάβουν αν άναψε το πράσινο φως για επενδύσεις επί
ελληνικού εδάφους. Δυνητικά και με βάση αυτή τη διάσταση του θέματος τα
ξένα κεφάλαια που δεν θα επενδυθούν ποτέ στην Ελλάδα στον τομέα της
κρουαζιέρας είναι πολλαπλάσια των 250 εκατ. ευρώ που δήλωσε η RCC ότι
επιθυμεί να επενδύσει.
Επιπροσθέτως οι συνεχιζόμενες ανεξέλεγκτες
αντιδράσεις των ναυτικών απέναντι στην άρση του καμποτάζ στην
κρουαζιέρα προκαλούν επιπλέον τριγμούς στις ήδη προβληματικές σχέσεις
του κλάδου της ξένης κρουαζιέρας με την Ελλάδα, με συνέπεια να είναι
ανοιχτό το ενδεχόμενο να χάσει η χώρα ένα μεγάλο μερίδιο της εν λόγω
ευρωπαϊκής αγοράς. Σε αυτό το ήδη προβληματικό περιβάλλον θα πρέπει
κανείς να συνυπολογίσει και τη νέα και συνεχή δυσφήμηση που υφίσταται η
χώρα σε διεθνές επίπεδο από τις εικόνες που ταξιδεύουν σε όλον τον
πλανήτη από το λιμάνι του Πειραιά.
Η ατολμία της κυβέρνησης, οι
προβληματικές εισηγήσεις που δέχεται ένθεν και ένθεν για το θέμα, οι
αντιδράσεις των ναυτικών κάθε φορά που ξένο κρουαζιερόπλοιο προσεγγίζει
τον Πειραιά, οι αντιδράσεις του τουριστικού κλάδου και του εμπορικού
κόσμου έχουν ήδη δημιουργήσει ένα εκρηκτικό μείγμα που είναι ικανό να
αποστερήσει από την ούτως ή άλλως προβληματική εθνική οικονομία ένα
σημαντικό έσοδο και, κυρίως, επενδύσεις κύρους.