Όποιος αναρωτιέται γιατί η αριστερά δεν καταφέρνει
να αξιοποιήσει για λογαριασμό της την βαθιά οικονομική και πολιτική
κρίση, δεν έχει παρά να ρίξει μια ματιά σε όσα συμβαίνουν στο
Συνασπισμό και στο έκτακτο Συνέδριο του, απ’ όπου αποχώρησε η Ανανεωτική Πτέρυγα.

Σε λυδία λίθο του Συνεδρίου αναδείχθηκε η στάση του
κόμματος απέναντι στο συμμαχικό σχήμα του ΣΥΡΙΖΑ, από το οποίο οι
εκφραστές της ανανεωτικής πτέρυγας ζητούσαν την πλήρη απεμπλοκή του.
Είναι γεγονός ότι ο ΣΥΡΙΖΑ, που ξεκίνησε ως εκλογική συμμαχία, έχει
μετατραπεί σε ένα ασαφές μόρφωμα συνιστωσών με συχνά
αλληλοσυγκρουόμενες κατευθύνσεις και προσωπικές στρατηγικές. Μερικές
από τις συνιστώσες αυτές δεν έχουν καμία κοινωνική βάση, παίρνουν όμως
ένα γενναίο μερίδιο τους από την κρατική επιδότηση στα κοινοβουλευτικά
κόμματα.

Οι θέσεις που εκφράζονται από τον χώρο του ΣΥΡΙΖΑ είναι μερικές φορές κωμικοτραγικές,
όπως αυτή για την αποχώρηση από την «Βουλή της ντροπής» των βουλευτών
της αριστεράς. Η ανάγκη συμμετοχής της αριστεράς ακόμη και στα πιο
αντιδραστικά Κοινοβούλια έχει ήδη διατυπωθεί από τον Λένιν εδώ και 100
χρόνια και ο κ. Αλαβάνος πιθανότατα τον έχει διαβάσει. Προτείνει το
αντίθετο προφανώς για να κολακέψει τις συνιστώσες που το 2010 είναι
πιο.. αριστερά από τον Λένιν και τους νέους που δεν έχουν προλάβει να
διαβάσουν…

Είναι όμως γεγονός, από την άλλη πλευρά, ότι όλες οι συνιστώσες δεν είναι το ίδιο
και, το κυριότερο, μέσω του ΣΥΡΙΖΑ ο Συνασπισμός κατάφερε να συνδεθεί
με ριζοσπαστικές κινήσεις και δυνάμεις κυρίως της νεολαίας, που
διαφορετικά δεν θα ήταν σε θέση να πλησιάσει. Ο Συνασπισμός υποφέρει
βαθύτατα από γραφειοκρατική σκλήρυνση και παραλύει συχνά από τις
διαφορετικές τάσεις που επίσης υπάρχουν στο εσωτερικό του και η
ανανεωτική πτέρυγα δεν δείχνει σε αυτά τα ζητήματα τάσεις ανανέωσης.

Όπως μεγάλες μάζες πολιτών αριστερού προσανατολισμού
είναι δυσαρεστημένες από την νεοφιλελεύθερη στροφή του ΠΑΣΟΚ και
αναζητούν ξανά λύσεις πέρα απ’ αυτό, ο Συνασπισμός θα έπρεπε να
μετεξελιχθεί σε ένα νέο μεγάλο κόμμα της Αριστεράς, στα πρότυπα της
Γερμανίας ή της Πορτογαλίας, που θα συσπειρώσει τους ψηφοφόρους του
ΠΑΣΟΚ, τους ανένταχτους αριστερούς που ριζοσπαστικοποιούνται από την
κρίση, συγγενείς ιδεολογικά δυνάμεις της οικολογίας κλπ

Με ένα τέτοιο βήμα, ο χώρος της ριζοσπαστικής και ανανεωτικής αριστεράς θα μπορούσε,
δρώντας πρωτοπόρα, να αποδράσει από το καταρρέων μεταπολιτευτικό
πολιτικό σύστημα του οποίου υπήρξε μέλος και από την πτώση του οποίου,
αν δεν αλλάξει, θα παρασυρθεί. Αντί να ξεκινήσουν έναν γόνιμο
προβληματισμό γύρω από αυτό το θέμα, τόσο η προεδρική όσο και η
ανανεωτική τάση περιόρισαν την συζήτηση στον ΣΥΡΙΖΑ, χωρίς να πάρουν
υπ’ όψη τους ότι η μεγάλη πλειοψηφία των πολιτών στους οποίους
φιλοδοξούν να απευθυνθούν δεν μπορεί να διακρίνει ότι άλλο είναι ο
Συνασπισμός και άλλο ο ΣΥΡΙΖΑ.

Κι έπειτα είναι η γνωστή επιμονή της αριστεράς να διασπάσει ακόμη και το άτομο,
κάνοντας μια σειρά λάθη τακτικής. Ο Αλ. Τσίπρας, στηριγμένος στην λάθος
εκτίμηση ότι οι ανανεωτικοί μπλοφάρουν και δεν πρόκειται να αποχωρήσουν
όπως προειδοποιούσαν, δεν θέλησε να μπει στον κόπο τους. Από την δική
τους πλευρά, οι Ανανεωτικοί ταμπουρώθηκαν γύρω από την θέση «Η εμείς ή
ο ΣΥΡΙΖΑ», αποκλείοντας τον οποιοδήποτε συμβιβασμό, όπως πχ την
επανεξέταση με ποιες από τις συνιστώσες και κυρίως σε ποια πολιτική
βάση θα μπορούσε να υπάρξει συνεργασία, ανεξάρτητα από το όνομα.
Αδέξιες κινήσεις, όπως το πρωτοσέλιδο της Σαββατιάτικης «Αυγής» που,
για το Συνέδριο του ΣΥΝ, είχε ολοσέλιδο τίτλο για τον …ΣΥΡΙΖΑ, έριξαν
κι άλλο λάδι στη φωτιά.

Το τελικό αποτέλεσμα δεν συμφέρει κανένα: αν οι
Ανανεωτικοί αποχωρήσουν, ο μεν Συνασπισμός θα έχει υποστεί ένα ακόμη
σοβαρότατο πλήγμα σε μια πολύ κρίσιμη στιγμή. Οι δε αποχωρήσαντες, αν
προχωρήσουν σε σύσταση νέου κόμματος, δεν θα μπορέσουν να αποκτήσουν
αυτόνομη κοινοβουλευτική εκπροσώπηση για την οποία απαιτούνται πέντε
βουλευτές (Κουβέλης, Τσούκαλης, Λέβέντης, και ο ανεξάρτητος Ψαριανός)
αφού ο υποψήφιος πέμπτος Παπαδημούλης δήλωσε ότι παραμένει στο κόμμα.

Σε μια εξαιρετικά καχύποπτη κοινή γνώμη, τόσο οι
μεν όσο και οι δε, θα δώσουν το μήνυμα ότι δεν ενδιαφέρονται για τα
συμφέροντα των πολιτών, την ίδια στιγμή που η συγκυρία επιβάλλει την
υπαρξη μιας σύγχρονης, δυναμικής και ριζοσπαστικής αριστεράς. Ας
ελπίζει κανείς ότι έστω και την τελευταία στιγμή θα επικρατήσουν
ωριμότερες απόψεις και η αριστερά θα πάψει να πυροβολεί τα πόδια της.