Στα πρόσωπά τους είναι ζωγραφισμένη η ικανοποίηση δύο ερωτευμένων
ανθρώπων έπειτα από μια ώρα εντατικού σεξ. Αυτή είναι κουρνιασμένη στην
αγκαλιά του κι αυτός δεν έχει ακόμη αναζητήσει το τηλεκοντρόλ της
τηλεόρασης ούτε έχει ανάγκη για τσιγάρο. Στο δωμάτιο για κάμποσα λεπτά
δεν ακούγονται παρά μόνο οι ανάσες τους. Οι ήχοι του πολυσύχναστου
δρόμου, έξω από το ρολό της μπαλκονόπορτας, δεν τους αφορούν, κι ας
βρίσκονται σε ένα βασίλειο ηχορύπανσης, κάπου στο κέντρο της πόλης. Οι
σιωπές τους μοιάζουν σαν συμφωνία που επεκτείνει στο μέλλον τη διάρκεια
της στιγμής. Αλλά το μέλλον είναι η αιτία που προκαλεί το πρώτο ρήγμα
στη σιωπή.


Ο
ΘΗΛΥΚΟΣ ΝΟΥΣ παίρνει τη θέση του στην πλευρά του ορθολογισμού. «Πρέπει
να μιλήσουμε για το μέλλον», λέει αυτή, αλλά αυτός δεν αιφνιδιάζεται,
συγκατανεύει απλώς μ’ ένα «ναι». «
Σ’ αγαπώ, μ’ αγαπάς», συνεχίζει αυτή -κι αυτός δεν έχει καμιά αμφιβολία γι’ αυτό- «είμαστε
μαζί δυο χρόνια, περνάμε καλά, αλλά πώς θα είμαστε σε δυο, σε πέντε, σε
δέκα χρόνια, όταν θα ’χουμε περάσει τα τριάντα;». «Για γάμο μιλάμε
τώρα;», τη διακόπτει αυτός. «Δεν είναι ο γάμος το θέμα…αλλά… ποιο είναι
το σχέδιο για τη ζωή μας, αν είμαστε μαζί; Θα μείνουμε μαζί; Πού, από
πότε; Θα κάνουμε παιδιά; Πότε; Θα αποκτήσουμε ένα δικό μας σπίτι; Πώς;
Κι από δουλειά; Δεν έχεις όνειρα για μια καλή καριέρα; Πήρες το πτυχίο,
κάνεις ένα σπουδαίο μεταπτυχιακό, αλλά με τι σκοπό
;».

ΑΥΤΟΣ
ΔΕΝ ΕΙΧΕ ΚΑΜΙΑ πρόθεση για σοβαρή συζήτηση μέχρι τη στιγμή που αυτή
άγγιξε την ευαίσθητη χορδή – η λέξη «καριέρα» ήταν το κλειδί. Η ερωτική
έξαψη που ζέσταινε το δωμάτιο εξαφανίστηκε κι αυτός, αιφνιδιάζοντας την
αγαπημένη του και κατακόκκινος και εκπέμποντας θυμό, άρχισε σχεδόν να
παραληρεί:

«Λοιπόν… Με βάση το καλό σενάριο, κι αν υποθέσουμε
ότι η κωλοχώρα που έχουμε την ατυχία να ζούμε δεν έχει χρεοκοπήσει, σε
δυο χρόνια θα έχω τελειώσει από σπουδές… Δηλαδή, δεν θα υπάρχει τίποτε
παραπάνω να κάνω, εκτός κι αν θέλω να μάθω και τέταρτη και πέμπτη
γλώσσα, αν οι τρεις θεωρούνται λίγες. Με βάση πάντα το καλό σενάριο,
στα 27 μου, κι έπειτα από μια λαμπρή καριέρα ως ντιλιβεράς και ως
βοηθός λογιστή στην κατασκευαστική του θείου μου που βάζει λουκέτο, θα
μπορώ να διεκδικήσω την πρώτη μου κανονική δουλειά ως κάτοχος
διδακτορικού. Θα με προσλάβουν μετά χαράς με 500 ευρώ, θα με πετάξουν
πίσω από ένα γκισέ τράπεζας και σε δυο τρία χρόνια, εκτιμώντας τα
φοβερά μου προσόντα, θα με αναβαθμίσουν στην έγκριση χορηγήσεων ή ακόμη
-πού ξέρεις;- και στο private banking με το φοβερό ποσό των 700 ευρώ
και με πλήρη ασφάλιση, να μετράω τα εκατομμύρια να περνούν μπροστά στα
μάτια μου. Έτσι, στα τριάντα μου, θα ξεκινάει ο κανονικός εργασιακός
βίος των 40 ετών πλήρους ασφάλισης που θα χρειάζομαι για να φτάσω
κάποτε στη σύνταξη – αν στο μεταξύ δεν έχει ξαναλλάξει το ασφαλιστικό
και τα 40 δεν έχουν γίνει 45…

…ΑΛΛΑ ΔΕΝ ΧΡΕΙΑΖΕΤΑΙ να με
πανικοβάλει αυτό, είναι βέβαιο ότι θα ζήσω μέχρι τα 80 και τα 85, ίσως
και τα 90 για να έχω τη μικρή ικανοποίηση ότι πήρα και 10 -15 χρόνια
σύνταξη. Στο μεταξύ, όμως, η τράπεζα που θα μου έχει κάνει την τιμή να
με προσλάβει μπορεί να έχει καταρρεύσει ή απλώς να έχει συγχωνευτεί με
μια άλλη ευρωπαϊκή -ίσως γερμανική ή γαλλική- που φυσικά θα υποσχεθεί
στους μετόχους της εξυγίανση, δηλαδή συρρίκνωση κόστους, δηλαδή
απολύσεις. Φυσικά, θ’ αρχίσει από τους πιο φτηνούς, τους φερέλπιδες
νέους υπαλλήλους με τις γλώσσες και τα διδακτορικά που η αποζημίωσή
τους θα στοιχίζει τρίχες, αν βέβαια υπάρχει δικαίωμα αποζημίωσης. Με
κάνα δυο χρόνια ανεργία θα έχω εξασφαλίσει την παράταση του εργασιακού
βίου στα 42 χρόνια, αν όμως κρατήσει περισσότερο μπορεί να αναγκαστώ να
σκεφτώ μια μετανάστευση στη Γερμανία, τη Γαλλία ή στην Κίνα – πού
ξέρεις; Τι διάολο τις μάθαμε τις γλώσσες; Εσύ στο μεταξύ θα συνεχίζεις
τη λαμπρή σου σταδιοδρομία ως πωλήτρια στου Zara με 670 ευρώ, αλλά
κάπου στα τριάντα σου οι προϊστάμενοί σου θα παρατηρήσουν ότι η κορμάρα
σου αρχίζει να μπαταλεύει, το κωλαράκι σου δεν είναι τόσο σφιχτό όσο
την πρώτη μέρα που το εκτίμησαν σαν προσόν κι ότι επίσης έχεις αρχίσει
να παραμελείς το μακιγιάζ σου. Θα σου προτείνουν, λοιπόν -επειδή είναι
γενναιόδωροι- να μετατρέψετε τη συνεργασία σας σε part time, δυο τρεις
φορές την εβδομάδα, φυσικά με τα μισά λεφτά. Εσύ θα τα πάρεις στο
κρανίο και θα φύγεις χωρίς καν να πάρεις την αποζημίωση και θα
αναζητήσεις δουλειά σε άλλο πολυκατάστημα ρούχων, με το φοβερό όπλο της
συστατικής επιστολής που θα σου δώσουν πρόθυμα. Θα φας πόρτα, όμως, στα
περισσότερα μαγαζιά του κέντρου που θα ψάξεις, όπου θα δουλεύουν
αποκλειστικά καλοφτιαγμένα γκομενάκια το πολύ 25 ετών που πεθαίνουν να
πάνε στο next top model και θα αναγκαστείς να πας σε σούπερ μάρκετ όπου
μια τριαντάρα είναι αποδεκτή, τουλάχιστον για part time απασχόληση. Στο
μεταξύ, θα έχουμε παντρευτεί, με τη βοήθεια των γονιών μας φυσικά, που
χάρη στην εκατοστή μεγάααααλη, πολύ μεγάλη ασφαλιστική μεταρρύθμιση θα
έχουν ψωνίσει άλλα δέκα-δεκαπέντε χρόνια δουλειάς εκτός σχεδίου. Αλλά,
τουλάχιστον θα παίρνουν τους μισθούς τους από τους οποίους θα μας
τσοντάρουν κάθε μήνα ένα πεντακοσάρικο για να ενισχύουν το φοβερό μας
οικογενειακό εισόδημα των 1.200 ευρώ που θα φτάνει για το νοίκι και τα
κοινόχρηστα σ’ ένα αχούρι 60 τετραγωνικών, το οποίο πάντως θα έχεις
διακοσμήσει με το καλό σου γούστο. Για τα ξίδια κι τις κραιπάλες του
Σαββατοκύριακου δεν θα μένει σάλιο, τηλεορασίτσα και πολύ είναι και με
τους φίλους θα έχουμε κόψει τα πολλά-πολλά…

…ΟΙ ΔΙΚΟΙ ΜΑΣ θα
στενοχωριούνται που θα τα φέρνουμε στριμόκωλα, θ’ αρχίσουν να
σκέφτονται πώς να βοηθήσουν κι άλλο – “την υγειά μας να χουμε
συμπεθέρα”, θα λέει η μάνα σου στη μάνα μου, “αλλά πρέπει να τα
βοηθήσουμε τα παιδιά”. Κι έτσι θα μπει σ’ εφαρμογή το σχέδιο “αγορά
σπιτιού”. Θα πουλήσουν κάτι οι δικοί σου, θα τσοντάρουν κάτι κι οι
δικοί μου από το κομπόδεμά τους, αλλά κι εμείς θα συμβάλουμε μ’ ένα
δανειάκι, γιατί μια φορά παίρνεις σπίτι, μην είναι και στρούγκα. Έτσι,
θα κληρονομήσουμε και μια δόση δανείου τον μήνα. Κάπου στα 35 μας θα
ξυπνήσουν μέσα μας τα γονεϊκά φίλτρα – εσύ θα θέλεις να γίνεις μάνα, κι
εγώ θα το θέλω, αλλά στην ιδέα θα με λούζει κρύος ιδρώτας. Γιατί στο
μεταξύ η τρόικα, η Κομισιόν, το ΔΝΤ, η κυβέρνηση Παπανδρέου ή η
κυβέρνηση Κυριάκου Μητσοτάκη -δεν ξέρω τι απ’ όλο αυτόν τον αχταρμά θα
υπάρχει σε πέντε-δέκα χρόνια- θα έχουν καταργήσει οτιδήποτε ακούει στη
λέξη επίδομα. Μπορεί να έχουν καταργήσει ακόμη και τα δημόσια σχολεία –
για παιδικό σταθμό δεν το συζητώ. Εμείς όμως θα το τολμήσουμε, θα το
κάνουμε, αγόρι θα θέλεις εσύ, κορίτσι εγώ, αλλά ό,τι κι αν βγει θα το
μεγαλώσουμε με τη βοήθεια του μόνου κράτους πρόνοιας που θα υπάρχει: με
τη μαμά σου και τη μαμά μου, αν βέβαια έχουν καταφέρει να βγουν στη
σύνταξη. Στο μεταξύ, επειδή η ζωή μας δεν θα μας αφήνει να πλήξουμε
ποτέ, μόνο εκπλήξεις θα μας επιφυλάσσει, εγώ κάπου στα σαράντα θα
αναλάβω μία ακόμη μεγάλη πρόκληση: τα είκοσι χρόνια σπουδών θα είναι
άχρηστα, η ειδικότητά μου θα έχει γίνει περιττή, οι τράπεζες μπορεί να
μην έχουν καν υποκαταστήματα, όλα θα έχουν γίνει ψηφιακά. Οπότε, εγώ ο
μαλάκας θα βγω άχρηστος, αλλά το σύστημα θα μου δώσει την ευκαιρία της
διά βίου κατάρτισης. Ξανά στα θρανία για να γίνω δεν ξέρω κι εγώ τι –
έτσι είναι η αγορά εργασίας, θα μου πουν, οι τεχνολογικές εξελίξεις
πάντα την ξεπερνούν. Εσύ θα ξεκολώνεσαι στη σκυταλοδρομία παιδιού μετ’
εμποδίων -σπίτι, σχολείο, μαμά, πεθερά, δουλειά- και το βράδυ, όταν θα
μαζευόμαστε στο σπίτι μετά το δεκάωρο -το οκτάωρο ξέχνα το, στο ’πα
αυτό;- θα κοιμίζουμε το παιδί, θα σωριαζόμαστε στο κρεβάτι και θα
βυθιζόμαστε στον ύπνο, πλάτη-πλάτη, φυσικά… Θα αγαπιόμαστε, αλλά και θα
μισιόμαστε, αλλά ακόμη κι αν θέλουμε να χωρίσουμε, θα το αποφεύγουμε.
Ακριβό σπορ. Με βάση πάντα το καλό σενάριο -αν δεν έχει χρεοκοπήσει η
Ελλάδα, αν δεν μας έχουν αγοράσει οι Κινέζοι ή οι Ρώσοι, αν δεν έχουμε
μεταναστεύσει στη Ρουμανία ή στο Καζακστάν- θα φτάσουμε στα 50 μας, θα
φορτώνουμε με ακριβοπληρωμένα προσόντα το παιδί και θα ονειρευόμαστε
ότι κάποια στιγμή θα βγούμε στη σύνταξη… Μεγάλη δουλειά! Εσύ, έχεις
κανένα καλύτερο σχέδιο;».

Αυτή έχει ανασηκωθεί στο κρεβάτι.
Έχει εκνευριστεί από το παραλήρημά του, της έρχεται να τον χαστουκίσει,
αλλά όταν τον κοιτάζει κατάματα αλλάζει γνώμη, ξαναχώνεται στην αγκαλιά
του και του λέει: «
Το σχέδιό μου είναι… να ξεχάσουμε αυτή τη συζήτηση. Μαλακία μου που την άνοιξα».