Σημαντικά βήματα προόδου για τη δημιουργία τεχνητού ιστού πνευμόνων
ανακοίνωσαν δύο ανεξάρτητες αμερικανικές επιστημονικές ομάδες. Ο ιστός
αυτός θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί είτε σε μελλοντικές μεταμοσχεύσεις
ή για τον έλεγχο της αποτελεσματικότητας νέων φαρμάκων.

Η πρώτη ομάδα εδράζει στο πανεπιστήμιο Γέηλ και επικεφαλής της
βρίσκεται η δρ Λάουρα Νίκλασον. Όπως ανακοίνωσε, τα μέλη της ομάδας
κατάφεραν να μεταμοσχεύσουν σε αρουραίους ιστό πνευμόνων από κύτταρα
καλλιεργημένα στο εργαστήριο, ο οποίος λειτούργησε όπως ο κανονικός για
μικρό χρονικό διάστημα (45 έως 120 λεπτών), βοηθώντας τα ζώα να
αναπνεύσουν και να τροφοδοτήσουν το αίμα τους με οξυγόνο. Σύμφωνα με τη
δρα Νίκλασον, «πρόκειται για το πρώτο βήμα με στόχο την αναγέννηση
ολόκληρων πνευμόνων σε μεγαλύτερα ζώα και τελικά στους ανθρώπους». Η
ομάδα του Γιέηλ ανέφερε, ωστόσο, ότι η μέθοδός της χρειάζεται
τελειοποίηση, καθώς, ύστερα από δύο ώρες, άρχισαν να σχηματίζονται
θρόμβοι στα πειραματόζωα. Στόχος της ομάδας είναι στο μέλλον να
αναπτύξει μεταμοσχεύσιμους πνεύμονες χρησιμοποιώντας πολυδύναμα
βλαστοκύτταρα του ασθενούς.

Η δεύτερη ομάδα, του πανεπιστημίου Χάρβαρντ, υπό τον διευθυντή του
Ινστιτούτου Wyss, Ντόναλντ Ίνγκμπερ, ανέπτυξε μια μικροσκοπική
συσκευή-πνεύμονα από ανθρώπινο ιστό και συνθετικά υλικά. Η συσκευή
αυτή, σε μέγεθος μεγάλου φασολιού, χρησιμεύει στον έλεγχο των
επιπτώσεων των τοξινών του περιβάλλοντος και νέων φαρμάκων στη
λειτουργία των πνευμόνων. Η συσκευή αποτελείται από τρία μέρη:
πνευμονικά κύτταρα, διαπερατή μεμβράνη και μικροσκοπικά αιμοφόρα
αγγεία, τα οποία βρίσκονται πάνω σε ένα μικροτσίπ και μιμούνται τη
λειτουργία των αεραγωγών των πνευμόνων. Οι ερευνητές εργάζονται τώρα
για να δείξουν ότι η συσκευή τους μπορεί, όπως ένας φυσικός πνεύμονας,
να πετύχει ανταλλαγή αερίων (οξυγόνου και διοξειδίου του άνθρακα).

Και τα δύο αυτά επιτεύγματα πιστοποιούν τη δυνατότητα συνδυασμού
ανθρώπινων κυττάρων με τεχνητά υλικά, προκειμένου να δημιουργηθούν νέα
όργανα. Μέχρι στιγμής, ο μόνος τρόπος αντικατάστασης κατεστραμμένου
ενήλικου πνευμονικού ιστού είναι μέσω μεταμόσχευσης. Ωστόσο, η
διαδικασία είναι άκρως ευάλωτη σε απόρριψη οργάνου και μολύνσεις,
πετυχαίνοντας ποσοστό επιβίωσης μόνο 10 – 20% για την επόμενη δεκαετία
μετά την επέμβαση.