Στις 25 Αυγούστου 1900, ο Γερμανός φιλόσοφος και
φιλόλογος Φρήντριχ Νίτσε έπνευσε τα λοίσθια στην πόλη της Βαϊμάρης. Η
σκέψη του επηρέασε σημαντικά μετέπειτα φιλοσόφους, λογοτέχνες και
καλλιτέχνες και έθεσε νέες βάσεις στις υπαρξιακές ανησυχίες για τον
άνθρωπο, τη φύση του και τα συστήματα του.

Γεννήθηκε το 1844 στο Ρένκεν της Πρωσικής Σαξονίας, από θρησκόληπτους
γονείς. Ξεκίνησε σπουδές κλασικής φιλολογίας και θεολογίας στο
Πανεπιστήμιο της Βόννης τις οποίες όμως εγκατέλειψε, καθώς δεν έδωσαν
απάντηση στην θρησκευτικές του αμφιβολίες. Στη συνέχεια, σπούδασε
φιλολογία στο Πανεπιστήμιο της Λειψίας, υπό τον καθηγητή Φρήντριχ
Βίλχελμ Ριτσλ.


Δημοσίευσε τα πρώτα του φιλοσοφικά άρθρα εμπνευσμένος από την επαφή
του με τη φιλοσοφία του Σόπενχαουερ. Παράλληλα, έχοντας ήδη μυηθεί στον
κόσμο της κλασικής μουσικής, γνώρισε το μεγάλο μουσικό δραματουργό
Ρίχαρντ Βάγκνερ. Η φιλία τους θα διαρκέσει χρόνια μέχρι τη στιγμή που οι
προοδευτικές ιδέες του Νίτσε θα έρχονταν σε σύγκρουση με τη
θρησκοληψία, το σωβινισμό και τον αντισημιτισμό του Βάγκνερ.

Το 1869 το Πανεπιστήμιο της Λειψίας του απένειμε τον τίτλο του
διδάκτορα χωρίς εξετάσεις ή διατριβή, με βάση τα δημοσιεύματά του.
Παράλληλα, το Πανεπιστήμιο της Βασιλείας, μετά τις ενθουσιώδεις
συστάσεις του καθηγητή του Ριτσλ, τον εξέλεξε έκτακτο καθηγητή της
Κλασικής Φιλολογίας. Τον επόμενο χρόνο ο Νίτσε έγινε Ελβετός υπήκοος.

Αντιμετωπίζει προβλήματα υγείας τα οποία απαιτούν αλλαγή κλίματος.
Ταξιδεύει συχνά και γράφει διαρκώς. Το 1878 εκδίδει το «Ανθρώπινο, πολύ
ανθρώπινο» , το 1885 εκδίδει μόλις 50 αντίτυπα του «Τάδε Έφη
Ζαρατούστρα» ενώ το 1888 γράφει το «Λυκοφώς των Ειδώλων» , τον
«Αντίχριστο» και ξεκινάει το αυτοβιογραφικό «Ecce Homo».


Το έργο του Νίτσε διακρίνεται σε τρεις περιόδους. Αρχικά, φανερά
επηρεασμένος από τον Σοπενχάουερ και το Βάγκνερ, διαπνεόταν από μία
ρομαντική αντίληψη των πραγμάτων. Στη δεύτερη περίοδο, χειραφετημένος
από τις επιρροές της πρώτης, ο Νίτσε πλέκει το εγκώμιο της λογικής και
της επιστήμης, ανακλώντας την παράδοση των Γάλλων αφοριστών. Στην τρίτη
και πιο ώριμη περίοδο, ο Γερμανός φιλόσοφος ασχολείται με το ζήτημα της
καταγωγής και της λειτουργίας των αξιών στην ανθρώπινη ζωή.

Ο Νίτσε προχώρησε σε μία ανάλυση και εκτίμηση των θεμελιωδών
πολιτιστικών αξιών της φιλοσοφίας, της θρησκείας και της ηθικής των
καιρών του. Με τον όρο «μηδενισμός» εννόησε των υποβιβασμό των υψηλών
αξιών της εποχή του, την οποία θεωρούσε ότι χαρακτηρίζει ο παθητικός
μηδενισμός. Ουσιαστικά, θέλησε να πει πως ο θετικισμός του 19ου αιώνα
είχε καταρρίψει την απολυτότητα που περιέβαλλε τις παραδοσιακές αξίες
της θρησκείας και της φιλοσοφίας.

Αντιεθνικιστής και απόλυτα αντιρατσιστής, προέβλεψε ότι το έργο του
θα παρερμηνευθεί και ότι δύσκολα θα γίνει κατανοητό σε βάθος – και η
Ιστορία έδειξε ότι είχε απόλυτο δίκιο. Τρανό παράδειγμα αποτελεί η
παρερμήνευση του έργου του από τους οπαδούς του ναζισμού, κυρίως
εξαιτίας παρεμβάσεων της αδερφής του στα γραπτά του Νίτσε, μετά τον
θάνατό του.


Ο Νίκος Καζαντζάκης γράφει για τον Φ. Νίτσε

Μια μέρα εκεί που διάβαζα σκυμμένος στη Βιβλιοθήκη της Άγιας
Γενεβιέβης, μια κοπέλα με ζύγωσε κι έγειρε από πάνω μου. Κρατούσε
ανοιχτό ένα βιβλίο κι είχε βάλει το χέρι της κάτω από τη φωτογραφία ενός
αντρός που ‘χε το βιβλίο, για να κρύψει τ’ όνομά του, και με κοίταζε με
κατάπληξη.

-Ποιος είναι αυτός; με ρώτησε δείχνοντάς μου την εικόνα.

Σήκωσα τους ώμους: -Πώς θέλετε να ξέρω; Είπα.

-Μα είστε εσείς, έκαμε η κοπέλα, εσείς, απαράλλαχτος. Κοιτάχτε το
μέτωπο, τα πυκνά φρύδια, τα βαθουλά μάτια. Μονάχα που αυτός είχε χοντρά
κρεμαστά μουστάκια, κι εσείς δεν έχετε.

Κοίταξα αλαφιασμένος:

-Ποιος είναι λοιπόν; Έκανα προσπαθώντας ν’ αναμερίσω το χέρι της κοπέλας, να δω τ’ όνομα.

-Δεν τον γνωρίζετε; Πρώτη φορά τον βλέπετε; Ο Νίτσε!

Ο Νίτσε! Είχα ακούσει τ’ όνομά του, μα δεν είχα ακόμα τίποτα διαβάσει δικό του.

-Δε διαβάσατε τη Γένεση της Τραγωδίας, το Ζαρατούστρα του; Για τον Αιώνιο Γυρισμό, για τον Υπεράνθρωπο;

-Τίποτα, τίποτα, απαντούσα ντροπιασμένος, τίποτα.

-Περιμένετε! Είπε κι έφυγε η κοπέλα πεταχτή. Σε λίγο μου ‘φερνε το Ζαρατούστρα.

-Να, είπε γελώντας, να λιονταρίσια θροφή για το μυαλό σας – αν έχετε μυαλό. Κι αν το μυαλό σας πεινάει.

Ετούτη στάθηκε μια από τις πιο αποφασιστικές στιγμές της ζωής μου.
Εδώ, στη Βιβλιοθήκη της Άγιας Γενεβιέβης, με τη μεσολάβηση μιας άγνωστης
φοιτήτριας, μου ‘χε στήσει καρτέρι η μοίρα μου. Εδώ με περίμενε,
φλογερός, αιματωμένος, μεγάλος πολεμιστής, ο Αντίχριστος. Στην αρχή με
κατατρόμαξε. Τίποτα δεν του ‘λειπε: αναίδεια κι αλαζονεία, μυαλό
απροσκύνητο, λύσσα καταστροφής, σαρκασμός, κυνισμός, ανόσιο γέλιο, όλα
τα νύχια, τα δόντια και τα φτερά του Εωσφόρου. Μα με είχε συνεπάρει η
ορμή του κι η περηφάνια, με είχε μεθύσει ο κίντυνος και βυθίζουμουν μέσα
στο έργο του με λαχτάρα και τρόμο, σα να ‘μπαινα σε βουερή ζούγκλα,
γεμάτη πεινασμένα θεριά και ζαλιστικά σερνικολούλουδα.

Βιάζουμουν να τελειώσουν τα μαθήματα στη Σορβόννη, να βραδιάσει, να
γυρίσω σπίτι, να ‘ρθει η σπιτονοικοκυρά να ανάψει το τζάκι και ν’ ανοίξω
τα βιβλία του –πυργώνουνταν όλα απάνω στο τραπέζι μου– και να αρχίζω
μαζί του το πάλεμα. Σιγά σιγά είχα συνηθίσει τη φωνή του, την κομμένη
ανάσα του, τις κραυγές του πόνου του. Δεν ήξερα, τώρα το μάθαινα, πως κι
ο Αντίχριστος αγωνίζεται κι υποφέρει όπως κι ο Χριστός και πως κάποτε,
στις στιγμές του πόνου τους, τα πρόσωπά τους μοιάζουν.

Ανόσιες μου φάνταζαν βλαστήμιες τα κηρύγματά του, κι ο Υπεράνθρωπός
του δολοφόνος του Θεού. Κι όμως μια μυστική γοητεία είχε ο αντάρτης
ετούτος, μαυλιστικό ξόρκι τα λόγια του, που ζάλιζε και μεθούσε κι έκανε
την καρδιά σου να χορεύει. Αλήθεια, ένας χορός διονυσιακός ο στοχασμός
του, ένας όρθιος παιάνας που υψώνεται θριαμβευτικά στην πιο ανέλπιδη
στιγμή της ανθρώπινης κι υπερανθρώπινης τραγωδίας. Καμάρωνα, χωρίς να το
θέλω, τη θλίψη του, την παλικαριά του και την αγνότητα και τις στάλες
τα αίματα που περιράντιζαν το μέτωπό του, σαν να φορούσε και τούτος, ο
Αντίχριστος, αγκάθινο στεφάνι.

Σιγά σιγά, χωρίς να το ‘χω διόλου συνειδητά στο νου μου, οι δυο
μορφές, Χριστός κι Αντίχριστος, έσμιγαν. Δεν ήταν λοιπόν ετούτοι οι δυο,
προαιώνιοι οχτροί, δεν είναι ο Εωσφόρος αντίμαχος του Θεού, μπορεί ποτέ
το Κακό να μπει στην υπηρεσία του Καλού και να συνεργαστεί μαζί του; Με
τον καιρό όσο μελετούσα το έργου του αντίθεου προφήτη, ανέβαινα από
σκαλί σε σκαλί σε μια μυστική παράτολμη ενότητα. Το Καλό και το Κακό,
έλεγα, είναι οχτροί, να το πρώτο σκαλοπάτι της μύησης. Το Καλό και το
Κακό είναι συνεργάτες, αυτό είναι το δεύτερο, το πιο αψηλό σκαλοπάτι της
μύησης. Το Καλό και το Κακό είναι ένα! Αυτό ‘ναι το πιο αψηλό, όπου ως
τώρα μπόρεσα να φτάσω σκαλοπάτι. […]

Λιονταρίσια η τροφή που με τάισε ο Νίτσε στην πιο κρίσιμη, την πιο
πεινασμένη στιγμή της νιότης. Θράσεψα, δεν μπορούσα πια να χωρέσω στο
σημερινό άνθρωπο, όπως εκατάντησε, μήτε στο Χριστό, όπως τον κατάντησαν.
Α! φώναζα αγαναχτισμένος, η παμπόνηρη θρησκεία που μετατοπίζει τις
αμοιβές και τιμωρίες σε μελλούμενη ζωή, για να παρηγορήσει τους
σκλάβους, τους κιότηδες, τους αδικημένους, και να μπορέσουν να βαστάξουν
αγόγγυστα τη σίγουρη ετούτη επίγεια ζωή και να σκύβουν υπομονετικά το
σβέρκο στους αφεντάδες! Τι οβραίικη Αγία Τράπεζα η θρησκεία ετούτη, που
δίνεις μια πεντάρα στην επίγεια ζωή κι εισπράττεις αθάνατα εκατομμύρια
στην άλλη! Τι απλοϊκότητα, τι πονηριά, τι τοκογλυφία! Όχι, δεν μπορεί να
‘ναι λεύτερος που ελπίζει Παράδεισο ή που φοβάται την Κόλαση. Ντροπή
πια να μεθούμε στις ταβέρνες της ελπίδας! Ή κάτω στα υπόγεια του φόβου.
Πόσα χρόνια και δεν το ‘χα καταλάβει, κι έπρεπε να ‘ρθει ο άγριος
ετούτος προφήτης να μου ανοίξει τα μάτια! […]

Κι άξαφνα η Εκκλησία του Χριστού, όπως την κατάντησαν οι ρασοφόροι,
μου φάνταξε μια μάντρα, όπου μερόνυχτα βελάζουν, ακουμπώντας το ένα στο
άλλο, χιλιάδες πρόβατα κυριεμένα από πανικό κι απλώνουν το λαιμό κι
αγλείφουν το χέρι και το μαχαίρι που τα σφάζει. Κι άλλα τρέμουν γιατί
φοβούνται πως θα σουβλίζουνται αιώνια στις φλόγες, κι άλλα βιάζουνται να
σφαχτούν για να βόσκουν στους αιώνες των αιώνων σε αθάνατο ανοιξιάτικο
χορτάρι.[…]