Αν σας ρωτούσα, ποια είναι τα τρία βιβλία που διαβάστηκαν πιο
πολύ από κάθε άλλο στην ιστορία του δυτικού κόσμου, τι θα μου λέγατε; Η
σωστή απάντηση, βεβαίως, είναι: Η Βίβλος, τα Ομηρικά έπη και… οι Μύθοι
του Αισώπου! Δεν υπάρχει άνθρωπος τουλάχιστον στον δυτικό κόσμο, που να
μην γνωρίζει τον Αίσωπο: Τον αγαθό παραμυθά, τον μεγαλύτερο όλων των
εποχών, που σκάρωσε όμορφες ιστοριούλες για πονηρά, λαίμαργα, χαριτωμένα
και πολύ διδακτικά ζωάκια. Ο λαγός και η χελώνα, ο τζίτζικας κι ο
μέρμηγκας, η αλεπού και τα σταφύλια: Γνωρίσαμε όλοι τους μύθους αυτούς
ως παιδιά και τους θησαυρίσαμε μαζί με τις πιο τερπνές μας εμπειρίες.
Στον Αίσωπο αποδίδονται επίσης αποφθέγματα, που όλοι κάποια στιγμή στη
ζωή μας ακούσαμε ή χρησιμοποιήσαμε: «Ιδού η Ρόδος ιδού και το πήδημα»,[1] «συν Αθηνά και χείρα κίνει»,[2] «όσα δεν φτάνει η αλεπού τα κάνει κρεμαστάρια»[3]
κτλ. Αλήθεια όμως, ξέρουμε πράγματι ποιος είναι αυτός ο Αίσωπος; Δεν
αναφέρομαι κατ’ ανάγκην στην ανυπαρξία αξιόπιστων πληροφοριών για τον
ιστορικό άνθρωπο: Η ζωή του Αισώπου, όποιος και αν ήταν αυτός στην
πραγματικότητα, χάνεται μέσα στην ομίχλη του χρόνου, των επάλληλων
αντιφατικών παραδόσεων και της μυθοπλασίας, όπως και του Ομήρου.
Διερωτώμαι για κάτι άλλο, πιο ουσιαστικό, το οποίο έχει να κάνει με τον
τρόπο που συλλαμβάνουμε την ίδια την Αρχαιότητα: Ήταν ο Αίσωπος για
τους αρχαίους μόνο ο καλός παππούς που ιστορεί παραμυθάκια στα παιδιά
για να κοιμηθούν και να αφήσουν ήσυχους τους γονείς να απολαύσουν το
υπόλοιπο της βραδιάς; Ή μήπως οι αρχαίοι γνώριζαν και κάποιον άλλο
Αίσωπο, με διαστάσεις πιο «σοβαρές», πιο πικάντικες και σίγουρα όχι
«παιδικές»; Μήπως στην Αρχαιότητα υπήρχε κι ένας Αίσωπος «ακατάλληλος
δι’ ανηλίκους»; Τελικά πόσοι Αίσωποι υπάρχουν;

Θα σας δώσω ένα παράδειγμα: Συγκρίνετε τις δύο ιστοριούλες που
ακολουθούν. Η πρώτη είναι το γνωστό μας παραμύθι «Ο τζίτζικας κι ο
μέρμηγκας»:

Κάποιο χειμώνα τα μυρμήγκια έβγαλαν στον ήλιο το σιτάρι τους να
στεγνώσει, επειδή είχε βραχεί. Κάποιος τζίτζικας, που πέθαινε από την
πείνα, τους ζητούσε τροφή. Τα μυρμήγκια του είπαν: Γιατί το καλοκαίρι
δεν μάζευες κι εσύ τροφή; Αυτός είπε: Δεν είχα χρόνο· τραγουδούσα
μελωδικά! Τα μυρμήγκια γέλασαν και είπαν: Εφόσον λοιπόν το καλοκαίρι
έπαιζες αυλό, τον χειμώνα χόρευε! Ο μύθος δηλώνει ότι δεν πρέπει κάποιος
να είναι αμελής σε οποιαδήποτε υπόθεση τον αφορά, για να μην
στεναχωρηθεί και να κινδυνεύσει.

Μπορούμε να φανταστούμε τι είδους μορφή ήταν ο Αίσωπος που σκάρωσε
την ιστοριούλα αυτή: Μειλίχιος και γαλήνιος, ευγενικός στην φυσιογνωμία
και στην ψυχή, με φωνή απαλή σαν χάδι, βγαλμένος από τα όνειρα που
είδαμε στα ζεστά κρεβατάκια μας παιδιά.

Η δεύτερη ιστοριούλα είναι από ένα περίεργο κείμενο με τίτλο Μυθιστορία του Αισώπου, που φαίνεται να γράφτηκε περί τον 2ολογοποιΐας (της δυνατότητας να συνθέτει ιστορίες) ως
αντάλλαγμα για την καλοσύνη του προς την ιέρειά της. Ο Αίσωπος πωλείται
ως δούλος στον φιλόσοφο Ξάνθο από την Σάμο, αλλά στην συνέχεια η χάρη
του φτάνει μέχρι τον Φαραώ της Αιγύπτου Νεκταναβώ, τον περίφημο βασιλιά
Κροίσο και το μαντείο των Δελφών, όπου και δολοφονείται μετά από
συκοφαντία. Αυτός ο Αίσωπος είναι άσχημος σαν τον διάολο (κοντοκάνης,
στραβοκάνης, στραβοχέρης, καμπούρης, ζαβός, πλακουτσομύτης, με
προτεταμένο κεφάλι και τυμπανισμένη κοιλιά), μα το μυαλό του και πολύ
περισσότερο η γλώσσα του είναι κοφτερά σαν το λεπίδι. Δεν χαρίζει
κάστανα σε κανέναν, μικρό ή μεγάλο, δούλο ή άρχοντα. Δεν διστάζει να
προσβάλλει και να εκθέτει τον Ξάνθο μπροστά στους φίλους του, να τον
ταλαιπωρεί, για να τον διδάξει, λέει, μεταξύ άλλων, πώς να δίνει σωστές
εντολές! Ο Αίσωπος αυτός δεν είναι ανεξίκακος, κάθε άλλο: Αν χτυπηθεί,
δεν στρέφει το άλλο μάγουλο· αντεπιτίθεται. Και ιδού η απόδειξη. Ο
Αίσωπος με την γυναίκα του Ξάνθου δεν τα βρήκε ποτέ. Αντιθέτως, εκείνη
βδελυσσόταν την ασχήμια του, γιατί όταν ζήτησε από τον άντρα της να της
αγοράσει αρσενικό δούλο, είχε άλλα πράγματα, πιο πονηρά στο μυαλό της! Ο
Αίσωπος ανεχόταν τις προσβολές της, έψαχνε όμως ευκαιρία να την
εκδικηθεί.

αιώνα μετά Χριστόν, αν και οι απαρχές του ανάγονται μετά βεβαιότητος
στην κλασική περίοδο. Όπως προδίδει ο τίτλος, πρόκειται για κείμενο
μυθιστορηματικού χαρακτήρα, αναμφισβήτητα λαϊκό ανάγνωσμα, με
πρωταγωνιστή κάποιον Αίσωπο από το Αμόριο της Φρυγίας. Ο άνθρωπος αυτός
είναι αρχικά άλαλος, αλλά η θεά Ίσις του δωρίζει το χάρισμα του λόγου
και της

(44.) Κάποτε, λοιπόν, κάποιος
από τους φοιτητές φιλοσοφίας της πόλης κάλεσε τον Ξάνθο σε δείπνο και
μαζί του και τους άλλους φοιτητές. Ο Ξάνθος λέει στον Αίσωπο: «Πάρε μαζί
σου όσα θα μας χρειαστούν στο δείπνο και ακολούθησέ με […].» Ο Αίσωπος
τα πήρε κι ακολούθησε. Ο Ξάνθος στο δείπνο μάζεψε μια μερίδα φαγητό και
την έδωσε στον Αίσωπο […] και του λέει […] «να τα πας αυτά σε εκείνη που
με αγαπά». «Θα το κάνω», του λέει ο Αίσωπος. Βγαίνοντας όμως έξω λέει
με τον εαυτό του: «Τώρα είναι η ευκαιρία να βγάλω τον θυμό που έχω για
την κυρά μου, για όλες εκείνες τις κοροϊδίες και τις κακολογίες που
έριχνε εναντίον μου από τότε που με αγόρασαν και ότι τα λάχανα που μου
δώρισε ο κηπουρός μου τα σκόρπισε και που δεν με άφησε να ευχαριστήσω
τον δεσπότη μου χαρίζοντάς του τα. Εγώ θα της δείξω ότι μπροστά σε δούλο
που αγαπά τον δεσπότη του, δεν πιάνει μπάζα μια γυναίκα! Αφού λοιπόν ο
δεσπότης μου είπε ‘δώσε την μερίδα σ’ αυτήν που μ’ αγαπά’, τώρα θα δει
ποιος τον αγαπά».

(45.) Όταν έφτασε ο Αίσωπος και μπήκε
στο σπίτι άφησε κάτω το καλάθι που κουβαλούσε και αφού κάλεσε την
γυναίκα του Ξάνθου, της έδειξε την μερίδα που έφερε και της λέει: «Κυρά,
δες εδώ, μήπως λείπει κάτι, μήπως άρπαξα κάτι για να το φάω εγώ;» Η
γυναίκα του Ξάνθου λέει: «Όλα είναι μια χαρά, Αίσωπε, σώα. Σε μένα τα
έχει στείλει ο αφέντης σου αυτά;». Κι ο Αίσωπος λέει: «Όχι». Και η
γυναίκα του Ξάνθου λέει: «Ε και σε ποιον τα έχει στείλει;» Ο Αίσωπος
είπε: «Σ’ αυτήν που τον αγαπά». Και η γυναίκα του Ξάνθου είπε: «Και ποια
τον αγαπά, ρε παλιάνθρωπε;». Ο Αίσωπος είπε: «Περίμενε λίγο και θα δεις
ποια τον αγαπά». Βλέπει μια σκύλα του σπιτιού, καλοθρεμμένη κι όμορφη,
τη φωνάζει και της λέει: «Έλα, Λύκαινα, πάρε». Και έτρεξε η σκύλα. Ο
Αίσωπος την τάισε. Αφού η σκύλα έφαγε όλο το φαΐ, ο Αίσωπος επέστρεψε
εκεί που γινόταν το δείπνο και στάθηκε προς τα πίσω, δίπλα από τον
Ξάνθο.

(46.) Ο Ξάνθος λέει: «Τι έγινε,
Αίσωπε; Τα’ δωσες;». Ο Αίσωπος είπε: «τα’ δωσα». Ο Ξάνθος: «Έφαγε;». Ο
Αίσωπος είπε: «Ναι, τα έφαγε όλα». Ο Ξάνθος είπε: «Μα μπόρεσε να τα φάει
όλα εκείνα;». Ο Αίσωπος λέει: «Ναι, πεινούσε!» Ο Ξάνθος είπε: «Και
ευχαριστήθηκε με το φαΐ;». Ο Αίσωπος είπε: «ναι, ευχαριστήθηκε με το
φαΐ». Ο Ξάνθος είπε: «Και τι έλεγε;» Ο Αίσωπος λέει: «δεν έλεγε τίποτε,
σίγουρα όμως προσευχόταν για σένα από μέσα της. Κι ο Ξάνθος είπε: «την
έχω καταφέρει καλά!».[4]
Η γυναίκα του Ξάνθου είπε στις κοπέλες της υπηρεσίας της: «Κορίτσια,
εγώ δεν μπορώ άλλο πια να μείνω με τον Ξάνθο· ας μου δώσει πίσω την
προίκα μου και φεύγω. Εφόσον έβαλε τη σκύλα πάνω από μένα, πώς μπορώ εγώ
να ζήσω μαζί του από δω και στο εξής;» Κι αφού μπήκε στον κοιτώνα της,
έμεινε εκεί περίλυπη.

(49.) Αφού έφυγαν όλοι, ο Ξάνθος επέστρεψε στο σπίτι
του και μπήκε στον κοιτώνα και άρχισε να καλοπιάνει την γυναίκα του
ερωτικά και να την καταφιλεί. Αυτή όμως στρεφόταν μακριά από τον Ξάνθο
λέγοντας: «Μην με πλησιάζεις, άνθρωπε που σου αρέσουν οι δούλες ή
καλύτερα άνθρωπε που προτιμάς τις σκύλες! Δώσε μου πίσω την προίκα μου!»
Ο Ξάνθος λέει: «Ε ρε συμφορά που με βρήκε, τι πήγε και μου σκάρωσε πάλι
ο Αίσωπος;» Η γυναίκα του Ξάνθου είπε: «Πήγαινε και πάρε εκείνη, στην
οποία έστειλες τόση μερίδα φαγητό». Ο Ξάνθος λέει: «Δεν το’ λεγα εγώ ότι
ο Αίσωπος μου προκάλεσε πάλι μπελάδες; Ας καλέσει κάποιος τον Αίσωπο. Ο
Αίσωπος μπήκε. Ο Ξάνθος λέει: «Αίσωπε, το φαγητό ποιου το έδωσες;» Ο
Αίσωπος είπε: «Μου είπες ‘δώσ’ το σ’ αυτή που μ’ αγαπά’». Η γυναίκα του
Ξάνθου λέει: «Εγώ δεν πήρα τίποτα. Να πού είναι, ας μην το αρνηθεί
μπροστά μου!» Ο Ξάνθος είπε: «Κάθαρμα, αυτή εδώ λέει πως δεν το’ χει
πάρει». Ο Αίσωπος λέει: «Ε τι, αυτή σ’ αγαπά;» Ο Ξάνθος λέει: «Ε ποιος
τότε, ρε κάθαρμα;» Ο Αίσωπος λέει «μάθε ποιος είναι που σ’ αγαπά».
Φωνάζει τη σκύλα και λέει: «Αυτή σ’ αγαπά. Η γυναίκα λέει πως σ’ αγαπά,
αλλά δεν σ’ αγαπά. Και να η απόδειξη: αυτή που νομίζεις ότι σ’ αγαπά για
λίγα κομματάκια φαγητό απαιτεί πίσω την προίκα της και θέλει να σ’
εγκαταλείψει. Τη σκύλα όμως; Δείρ’ την, σκότωσέ την, ρίξ’ την κάτω,
διώξε την και δεν θα σ’ αποχωριστεί· θα ξεχάσει τις προσβολές σου και θα
επιστρέψει και θα κουνά την ουρίτσα της ζητώντας πάλι τον αφέντη.
Έπρεπε λοιπόν να μου’ χες πει ‘πάρ’ τα αυτά στην γυναίκα μου’ και όχι
‘σ’ αυτήν που μ’ αγαπά’. Γιατί δεν σ’ αγαπά ετούτη, αλλά η σκύλα».

Αυτός είναι λοιπόν ο Αίσωπος της Μυθιστορίας: πανούργος, εριστικός, είρωνας, αλαζόνας, σίγουρα σάρκινος,
κατά την δική του έκφραση (δεν είναι υπεράνω καμίας σαρκικής ηδονής).
Σίγουρα είναι ένας Αίσωπος εντελώς διαφορετικός από αυτόν που νομίζαμε
ότι ξέραμε: Ένας Αίσωπος δηκτικός, με γλώσσα που καίει, εικονοκλάστης
και αιρετικός, ιδιαίτερα μπροστά στους ανόητους άρχοντες και τους
παραφουσκωμένους ψευδο-σοφούς. Πάνω από όλα, όμως, είναι ένας Αίσωπος
ευφυής και όντως σοφός.

Είναι προφανές ότι αυτός ο Αίσωπος είναι πλάσμα της μυθιστορηματικής φαντασίας του συγγραφέα ή των συγγραφέων της Μυθιστορίας. Αυτό όμως δεν τον καθιστά κατ’ ανάγκην φανταστικό πρόσωπο,
παραδόξως. Ο Αίσωπος αυτός μπορεί μικρή μόνο σχέση να διατηρεί με τον
ιστορικό άνθρωπο, όποιος και αν ήταν (όχι βέβαια πως ο Αίσωπος ως
«αγαθός παππούς» είναι ιστορικότερος)· παρά ταύτα αποτελεί συναίρεση
στοιχείων ερανισμένων από ιστορικά πρόσωπα τόσο όσο από λογοτεχνικούς
τύπους. Πάνω από όλα, όμως, ο Αίσωπος της Μυθιστορίας ενσαρκώνει
μια αγαπημένη λαϊκή φαντασίωση: Τον τύπο του αγράμματου αλλά
προικισμένου λαϊκού σοφού, του «τρελού του χωριού», που λοιδορείται και
διασύρεται αλλά στο τέλος ντροπιάζει τους ισχυρούς του κόσμου τούτου,
γιατί δεν φοβάται να τους πει την αλήθεια κατάμουτρα. Ο τύπος αυτός είχε
παρελθόν, πριν τη Μυθιστορία, αλλά και μέλλον, μετά από αυτήν: ο «τρελός με την χάρη του Χριστού» (διά Χριστόν σαλός)
στο πρώιμο Βυζάντιο, που γύριζε στις πλατείες και κατακεραύνωνε τους
ισχυρούς που βούλιαζαν στην αμαρτία, ο γελωτοποιός της αυλής στον δυτικό
Μεσαίωνα και άλλοι παρόμοιοι τύποι είναι φαινόμενα λαϊκών ηρώων της
ιδίας συνομοταξίας. Ο Αίσωπος της Μυθιστορίας
κατασκευάζεται από
πλασματικά υλικά, αλλά είναι τόσο «πραγματικός», όσο αληθινή είναι η
ανάγκη του λαϊκού ανθρώπου να πλάσει τον δικό του απίθανο ήρωα.